Για μεγάλο μέρος της φετινής χρονιάς, η προσοχή των Ευρωπαίων απορροφήθηκε αναπόφευκτα από τις εκκεντρικότητες του Ντόναλντ Τραμπ – από την τολμηρή του επίθεση κατά της Βενεζουέλας, μέχρι τις απειλές του να καταλάβει τη Γροιλανδία και τον απερίσκεπτο πόλεμό του εναντίον του Ιράν, που βύθισε τη Μέση Ανατολή στο χάος και προκάλεσε το μεγαλύτερο πετρελαϊκό σοκ εδώ και δεκαετίες. Τώρα όμως που η ομίχλη του πολέμου διαλύεται, μετά την υπογραφή 60ήμερης εκεχειρίας από τον Αμερικανό πρόεδρο την περασμένη εβδομάδα, η προσοχή μπορεί να στραφεί εκ νέου σε έναν άλλο γεωπολιτικό κίνδυνο που μόνο μεγαλύτερος έγινε τον τελευταίο χρόνο: σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «κινεζικό σοκ 2.0» (China Shock 2.0).
Η κυριαρχία της Κίνας στην παγκόσμια μεταποίηση εξελίσσεται σε επείγον ζήτημα για την Ευρώπη. Το Κέντρο Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης (Centre for European Reform) υπολογίζει το μεταποιητικό πλεόνασμα της Κίνας σε περίπου 2 τρισ. δολάρια, μέγεθος αντίστοιχο με ολόκληρη την ιταλική οικονομία. Παράλληλα, τα επιθετικά σχέδια της Κίνας για αυτάρκεια σε όλο το εύρος των εφοδιαστικών της αλυσίδων –όπως επιβεβαιώθηκε στο τελευταίο πενταετές πλάνο– δημιουργούν τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Ο κινεζικός κλάδος αυτοκινήτου, για παράδειγμα, έχει αναπτύξει δυναμικότητα για περίπου 25 εκατ. αυτοκίνητα τον χρόνο, έναντι μιας εγχώριας αγοράς που μετά βίας φτάνει στο μισό αυτού του μεγέθους. Η γαλλική επιτροπή στρατηγικής εκτιμά ότι το ποσοστό της εθνικής μεταποιητικής παραγωγής που είναι εκτεθειμένο σε αφύσικα ισχυρό κινεζικό ανταγωνισμό αγγίζει περίπου το 70% στη Γερμανία, το 60% στην Ιταλία, το 40% στην Ισπανία και το 36% στη Γαλλία.
Οταν ξέσπασε το πρώτο κινεζικό σοκ, μετά την είσοδο της χώρας στην παγκόσμια οικονομία το 2001, οι Ευρωπαίοι μπόρεσαν να ανταποκριθούν στην απώλεια παραδοσιακών μεταποιητικών κλάδων και θέσεων εργασίας ανεβαίνοντας υψηλότερα στην αλυσίδα αξίας. Αυτή τη φορά κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον εφικτό, καθώς η Κίνα κυριαρχεί σε πολλούς από τους πιο προηγμένους τεχνολογικούς τομείς, μεταξύ αυτών και στις καθαρές τεχνολογίες, στις οποίες η Ευρώπη έχει ποντάρει το δικό της βιομηχανικό μέλλον. Σύμφωνα με το Australian Strategic Policy Institute, η Κίνα κατέχει ηγετική θέση σε 66 από τις 74 τεχνολογίες του μέλλοντος – και ακόμη και στην τεχνητή νοημοσύνη, όπου η Αμερική είναι ο παγκόσμιος ηγέτης, η Κίνα ενδέχεται να υστερεί μόνο κατά λίγους μήνες.
Οι επιπτώσεις αυτού του σοκ γίνονται ήδη αισθητές. Πιο εκτεθειμένος είναι ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο οποίος, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απασχολεί άμεσα και έμμεσα 13 εκατ. ανθρώπους. Ηδη φέτος, οι απολύσεις στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έχουν εκτοξευθεί στα υψηλότερα επίπεδα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Ευάλωτοι είναι και άλλοι κλάδοι, όπως η χημική και η φαρμακευτική βιομηχανία, με τις δυσκολίες τους να επιδεινώνονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας. Οι προσπάθειες της Αμερικής να προστατεύσει τη δική της βιομηχανική βάση με υψηλούς δασμούς έχουν επιδεινώσει το πρόβλημα, εκτρέποντας την πλεονάζουσα κινεζική παραγωγή προς τη μεγαλύτερη ανοιχτή αγορά που απομένει: την Ευρώπη.
Στη σύνοδο κορυφής τους αυτή την εβδομάδα, οι ηγέτες της Ε.Ε. συζήτησαν μια σειρά προτάσεων που είχε καταθέσει νωρίτερα φέτος η Κομισιόν για την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης. Η σημαντικότερη ήταν το σχέδιό της για μια Πράξη Βιομηχανικής Επιτάχυνσης (Industrial Accelerator Act), που θα εισήγε μια ρήτρα «Made in Europe» στις αποφάσεις δημοσίων συμβάσεων και επενδύσεων της Ε.Ε. Αλλοι έχουν προτείνει ένα νέο εργαλείο κατά των ανισορροπιών, που θα λειτουργεί παράλληλα με το εργαλείο κατά του εξαναγκασμού και θα επιτρέπει στην Ε.Ε. να προστατεύει κλάδους ευάλωτους στην κινεζική υπερπαραγωγή.
Ο προστατευτισμός είναι απίθανο να καταφέρει να αλλάξει τις πολιτικές της Κίνας ή της Αμερικής και ενέχει τον κίνδυνο να κάνει την Ευρώπη να μείνει ακόμη πιο πίσω.
Ωστόσο, όπως έδειξε το αποτέλεσμα της συνόδου, η επίτευξη συναίνεσης θα είναι δύσκολη. Πολλοί ευρωπαϊκοί κλάδοι εξαρτώνται από κινεζικά εξαρτήματα και ως εκ τούτου επωφελούνται από το ανοιχτό εμπόριο. Ακόμη πιο σημαντικό ίσως, η Κίνα έχει ορκιστεί να ανταποδώσει αν η Ε.Ε. εισαγάγει προστατευτικά μέτρα, ιδίως αποκλείοντας τα ευρωπαϊκά προϊόντα από τη δική της αγορά.
Το ευρύτερο ερώτημα είναι αν οποιαδήποτε ευρωπαϊκή αντίδραση θα προκαλούσε περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Πέρυσι οι Βρυξέλλες επέβαλαν δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, με στόχο την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού ώστε να ληφθούν υπόψη οι κινεζικές επιδοτήσεις, αυτοί όμως είχαν αμελητέα επίπτωση. Παρότι μέρος του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της Κίνας οφείλεται στις επιδοτήσεις –οι οποίες, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ευθύνονται για το 60% της αύξησης του μεριδίου αγοράς της από το 2005– και σε ένα νόμισμα που, κατά την εκτίμηση του ΔΝΤ, είναι υποτιμημένο έως και κατά 15%, το πλεονέκτημα αυτό αντανακλά επίσης πραγματική αποδοτικότητα. Σε κάθε περίπτωση, γιατί να στερηθούν οι πολίτες χωρών όπως η Ελλάδα, που δεν διαθέτουν μεγάλο εγχώριο κλάδο αυτοκινήτου που πρέπει να προστατευτεί, τη δυνατότητα να αγοράζουν φθηνά κινεζικά προϊόντα, εξοικονομώντας χρήματα που θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε πιο παραγωγικές χρήσεις;
Δεν υπάρχουν απλές απαντήσεις. Ο κίνδυνος για τους Ευρωπαίους δεν είναι μόνο ότι το κινεζικό σοκ 2.0 θα οδηγήσει σε μαζική ανεργία στους παραδοσιακούς κλάδους, προκαλώντας οικονομική στασιμότητα σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ηπείρου και τροφοδοτώντας τον λαϊκισμό, αλλά και ότι η Κίνα θα αποκτήσει τον έλεγχο ακόμη πιο σημαντικών στρατηγικών σημείων της παγκόσμιας οικονομίας, αφήνοντας τους Ευρωπαίους ευάλωτους σε πιέσεις. Την περασμένη εβδομάδα, οι Ευρωπαίοι πήραν μια πρόγευση του τι διακυβεύεται, όταν η κυβέρνηση Τραμπ απαγόρευσε στην Anthropic να διαθέσει την τελευταία έκδοση του μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης της εκτός Αμερικής, καθώς και σε μη Αμερικανούς πολίτες εντός αυτής. Οι Ευρωπαίοι έχουν δίκιο να ανησυχούν για την τεχνολογική τους κυριαρχία στον νέο κόσμο της αλληλεξάρτησης που έχει μετατραπεί σε όπλο.
Παρ’ όλα αυτά, ο προστατευτισμός είναι απίθανο να καταφέρει να αλλάξει τις πολιτικές της Κίνας ή της Αμερικής και ενέχει τον κίνδυνο να κάνει την Ευρώπη να μείνει ακόμη πιο πίσω. Αντί να υψώνει εμπορικά εμπόδια, η Ευρώπη θα ήταν καλύτερα να εστιάσει στην άρση των εμποδίων στο εμπόριο και στην καινοτομία εντός της δικής της αγοράς – μεταξύ άλλων αναπτύσσοντας μια ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων, της εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς ενέργειας και της ελάφρυνσης του ρυθμιστικού βάρους στον τομέα της τεχνολογίας. Ισως είναι πλέον αργά για να αποφύγει η Ευρώπη το κινεζικό σοκ 2.0, όμως μια ήπειρος που δεν μπορεί ούτε καν να συμφωνήσει για το πώς θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, δεν έχει να κατηγορήσει παρά τον εαυτό της.
* Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.

