Πριν από 15 χρόνια, όλοι οι δισεκατομμυριούχοι συγκέντρωναν αθροιστικά 4,5 τρισ. δολάρια. Μέχρι το 2024, ο πλούτος τους τριπλασιάστηκε στα 14,2 δισ. δολάρια. Τώρα, υπολογίζεται ότι ο συνολικός τους πλούτος ανέρχεται στα 20,1 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο του ετήσιου παγκόσμιου ΑΕΠ.
Τα εντυπωσιακά στοιχεία, τα οποία υπολόγισε ο Γάλλος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζούκμαν, διευθυντής του International Tax Observatory, ενός φορέα που χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ενωση, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από μία εντυπωσιακά ταχεία αύξηση στη συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή.
Αντανακλούν επίσης τις παγκόσμιες τάσεις: την αυξανόμενη κυριαρχία ελάχιστων τεχνολογικών εταιρειών στο προσκήνιο της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, τη συρρίκνωση του μεριδίου από την οικονομική πίτα που καταλήγει στους εργαζομένους και μια διεύρυνση της ανισότητας, την οποία θα κληρονομήσει η επόμενη γενιά. Αυτές οι εξελίξεις είναι εμφανείς στις ΗΠΑ, όπου μένει το ένα τρίτο από τους σχεδόν 3.000 δισεκατομμυριούχους του πλανήτη, σημειώνουν οι New York Times.
Η αύξηση του πλούτου τους, της τάξης του 40% σε μόλις δύο χρόνια, συνέπεσε με σημαντικές αλλαγές στην αμερικανική φορολογική νομοθεσία την τελευταία δεκαετία, η οποία σε μεγάλο βαθμό ευνόησε τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας και τους μεγαλομετόχους, ενισχύοντας την πολιτική τους επιρροή.
Ενας από τους βασικούς λόγους πίσω από τη θεαματική διόγκωση του πλούτου στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια είναι η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία έχει κατευθύνει επενδύσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε μια χούφτα από τεχνολογικούς κολοσσούς. Για παράδειγμα, η Nvidia, η Apple, η Microsoft, η Alphabet, η Meta και η TSMC αξίζουν η κάθε μία τουλάχιστον 1 τρισ. δολάρια. Το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας έχει καταλήξει στους ιδρυτές και στους πρώτους επενδυτές τους.
Συγκριτικά, μόνο 21 χώρες παγκοσμίως καταγράφουν ετήσιο ΑΕΠ που υπερβαίνει το 1 τρισ. δολάρια.
Η άνοδος των μετοχών έχει ωφελήσει δυσανάλογα το πλουσιότερο τμήμα του πληθυσμού. Βέβαια, και τα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης συμμετέχουν σε κάποιο βαθμό στα χρηματιστηριακά κέρδη μέσω των συνταξιοδοτικών τους λογαριασμών. Τα κεφάλαια αυτά πρόκειται να χρηματοδοτήσουν βασικές δαπάνες τους, όπως στέγαση, τρόφιμα και λογαριασμούς ρεύματος, όταν βγουν στη σύνταξη.
Η άνοδος των μετοχών έχει ωφελήσει δυσανάλογα το πλουσιότερο τμήμα του πληθυσμού.
Ωστόσο, το κορυφαίο 1% των Αμερικανών κατέχει τις μισές μετοχές, σύμφωνα με τη Fed. Επίσης, το κορυφαίο 0,1% των Αμερικανών –μία ομάδα μόλις 135.000 νοικοκυριών– έχουν μετοχές αξίας 13,7 τρισ. δολαρίων, σχεδόν διπλάσιο από τα 7,1 τρισ. δολάρια που κατέχει το 90% των Αμερικανών χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, δηλαδή περίπου 115 εκατ. νοικοκυριά.
Οι τεχνολογικές εταιρείες που παίζουν τεράστιο ρόλο στην παραγωγή αυτών των κερδών έχουν δημιουργήσει και θέσεις εργασίας, αλλά μέχρι στιγμής οι αριθμοί των εργαζομένων είναι σχετικά μικροί. Οι αποδόσεις των δισεκατομμυριούχων προέρχονται κυρίως από τις επενδύσεις τους σε κεφάλαιο και όχι από την εργασία.
Η άνοδος των δισεκατομμυριούχων επιταχύνεται όσο οι εργαζόμενοι παίρνουν όλο και μικρότερο μερίδιο από τον πλούτο που παράγουν οι εθνικές οικονομίες.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία απέφεραν ανέκαθεν υψηλότερες αποδόσεις από την εργασία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 όμως, το χάσμα μεταξύ των δύο διευρύνεται και σύμφωνα με οικονομολόγους ευθύνονται διάφοροι παράγοντες: η μείωση της διαπραγματευτικής ισχύος των σωματείων, η αύξηση της αυτοματοποίησης, η τεχνητή νοημοσύνη και άλλες τεχνολογίες που μπορούν να αντικαταστήσουν τους εργαζομένους, η μετακίνηση της μεταποίησης και άλλων θέσεων σε χώρες όπως η Κίνα, καθώς και οι πολιτικές που φορολογούν πολύ βαρύτερα τα εισοδήματα από εργασία απ’ ό,τι τα εισοδήματα από επενδύσεις.
Στις ΗΠΑ, η δραστική μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις εκτόξευσε τον πλούτο των βαθύπλουτων, επιτρέποντας στις εταιρείες να χρησιμοποιούν τα αυξημένα κέρδη τους για επαναγορές μετοχών.
Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων και των πλουσίων μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος στους εργαζομένους, οι οποίοι καταβάλλουν φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές. Παράλληλα, περιορίζει τα δημόσια έσοδα που μπορούν να διατεθούν για την υγεία, την εκπαίδευση, την άμυνα και τις υποδομές, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές κυβερνήσεις είναι ήδη υπερχρεωμένες.
Οι αστρονομικές αυτές περιουσίες έχουν αναζωπυρώσει την πολιτική συζήτηση γύρω από τη φορολόγηση του πλούτου. Στη Γαλλία, αλλά και στη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Βραζιλία και στις ΗΠΑ, έχει τεθεί σοβαρά η πρόταση για την επιβολή φόρου περιουσίας.
Οπως έγραψε φέτος ο Ντάριο Αμοντέι, δισεκατομμυριούχος και διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, της εταιρείας πίσω από την εφαρμογή Claude, «βρισκόμαστε ήδη σε πρωτοφανή, από ιστορικής σκοπιάς, επίπεδα συγκέντρωσης πλούτου». Το ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί, πρόσθεσε, είναι το ενδεχόμενο η συγκέντρωση του πλούτου να φτάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε «να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό».

