Η αβεβαιότητα που επικρατεί διεθνώς επηρεάζει πλέον ακόμα και τους κροίσους. Οσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να μετεγκατασταθούν σε άλλη χώρα για λόγους φορολογικούς και ασφάλειας, δεν θεωρούν πια δεδομένη τη σταθερότητα παραδοσιακών προορισμών του παγκόσμιου πλούτου, όπως το Ντουμπάι, το Χονγκ Κονγκ, οι ΗΠΑ ή η Βρετανία.
Βέβαια, πολλές κυβερνήσεις εξακολουθούν να ανταγωνίζονται για την προσέλκυση ξένου πλούτου και ταλέντου. Εξού και έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη βιομηχανία συμβούλων και εξειδικευμένων εταιρειών, που αναλαμβάνουν να διευκολύνουν τη μετεγκατάστασή τους.
Πέρυσι, τουλάχιστον 140.000 εκατομμυριούχοι μετεγκαταστάθηκαν σε ξένες χώρες, αριθμός-ρεκόρ, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών New World Wealth. Φέτος αναμένεται να μετεγκατασταθούν 165.000 άτομα. Η εταιρεία IMI υπολογίζει από την πλευρά της ότι η βιομηχανία της επενδυτικής μετανάστευσης -η οποία συνεργάζεται με πλούσιους μετανάστες και κυβερνήσεις που θέλουν να προσελκύσουν επενδύσεις και ταλέντο- είχε τζίρο 40 δισ. δολαρίων το 2025, διπλάσιο σε σχέση με το 2019.
Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το Ντουμπάι ήταν από τους κορυφαίους προορισμούς πλουσίων. Εκεί μπορεί να βρει κανείς αμέτρητους παρόχους τέτοιων υπηρεσιών. Στο Εμιράτο συγκεντρώνονταν κατά κύριο λόγο πλούσιοι άνθρωποι από τον Παγκόσμιο Νότο, όπως τη Νότια Ασία, αλλά και τη Νιγηρία, τη Συρία και τον Λίβανο.
Τώρα, φαίνεται ότι αυξάνεται το ενδιαφέρον και από τους πλούσιους της Δύσης. Πολλοί Βρετανοί άρχισαν να αναζητούν εναλλακτικές μετά την πανδημία. Το 2025 υπέβαλαν αιτήσεις σε συνολικά 23 προγράμματα επενδυτικής μετανάστευσης ανά τον κόσμο, για παράδειγμα στις ΗΠΑ, τη Γρενάδα και την Ταϊλάνδη.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη, βασικό κίνητρο μετεγκατάστασης αποτελούν οι ανησυχίες για τη φορολογία. Σύμφωνα με τη Henley & Partners, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά πέρυσι μεταξύ των χωρών που έχασαν περισσότερους πλούσιους κατοίκους απ’ όσους προσέλκυσαν.
Η μεγαλύτερη μεταβολή, όμως, σημειώθηκε στις ΗΠΑ, όπου συγκεντρώνεται πάνω από το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού με περιουσία τουλάχιστον 30 εκατ. δολαρίων. Οπως είπε στον Economist ο Ronald Klasko, δικηγόρος και ιδρυτής της εταιρείας συμβούλων επενδυτικής μετανάστευσης Exodus Migration, οι περισσότεροι πελάτες του ενδιαφέρονται να μετακινηθούν από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη, καθώς ανησυχούν για την πολιτική πορεία της χώρας, ψάχνουν μια εναλλακτική βάση διαμονής ή θέλουν να μπορούν να ταξιδεύουν χωρίς αμερικανικό διαβατήριο.
Βέβαια, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προσελκύουν πολλούς πλούσιους ξένους. Η ζήτηση για το πρόγραμμα μετανάστευσης με επένδυση τουλάχιστον 800.000 δολαρίων στη χώρα είναι υψηλή, αν και αυτό ενδέχεται να οφείλεται στο γεγονός ότι το όριο θα ανέβει στις 900.000 το επόμενο έτος.
Στο μεταξύ, η διάθεση προσέλκυσης πλουσίων αυξάνεται και σε άλλα μέρη του κόσμου. Ο Αγιος Βικέντιος και οι Γρεναδίνες στην Καραϊβική ανακοίνωσαν τον Δεκέμβριο ότι ανοίγει ένα πρόγραμμα απόκτησης υπηκοότητας μέσω επενδύσεων. Το Ουζμπεκιστάν, οι Μαλδίβες και το Ναουρού έχουν αναθέσει στη Henley να σχεδιάσει και να αναπτύξει αντίστοιχα προγράμματα.
Βέβαια, οι πλούσιοι βρίσκουν όλο και συχνότερα κλειστές πόρτες. Τον Ιανουάριο του 2025, η Ισπανία, άλλοτε δημοφιλής προορισμός πλουσίων, κατήργησε το πρόγραμμα χορήγησης άδειας διαμονής έναντι επένδυσης 500.000 ευρώ, προκειμένου περιορίσει την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων.
Τον Απρίλιο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης έκρινε ότι το πρόγραμμα της Μάλτας παραβίαζε το δίκαιο της Ε.Ε., καθώς «εμπορευματοποιούσε» την ιθαγένεια. Παρόλα αυτά, το πρόγραμμα φαίνεται να κερδίζει έδαφος.
Τον Απρίλιο, η Αργεντινή ακύρωσε διαγωνισμό για τη δημιουργία προγράμματος επενδυτικής μετανάστευσης, ο οποίος είχε προκηρυχθεί μόλις τον Δεκέμβριο και είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον 11 εταιρειών. Τον περασμένο μήνα, η Πορτογαλία διπλασίασε τον χρόνο αναμονής για την απόκτηση διαβατηρίου για τους περισσότερους μετανάστες, από πέντε σε δέκα χρόνια.
Οπως άλλωστε επισήμανε ο Ronald Klasko, πολλές κυβερνήσεις δέχονται πλέον πιέσεις να ενισχύσουν τους ελέγχους στα προγράμματα χορήγησης υπηκοότητας και άδειας διαμονής.
Πηγή: MoneyReview

