Οταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι ειδικοί προειδοποιούσαν ότι το κλείσιμο μιας από τις σημαντικότερες εμπορικές διόδους στον κόσμο θα προκαλούσε αισθητές ελλείψεις πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων κρίσιμων εμπορευμάτων. Τρεις μήνες αφότου ξεκίνησε το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ, οι προβλέψεις αυτές γίνονται πραγματικότητα.
Ηδη, μεγάλο μέρος του πλανήτη βιώνει την κρίση μέσω των ανατιμήσεων. Οι ελλείψεις στις προμήθειες εμπορευμάτων έχουν επιβαρύνει σημαντικά τις οικονομίες της Ασίας, ενώ τεράστιο είναι το πλήγμα στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς η έλλειψη πετρελαίου, φυσικού αερίου και των παραγώγων τους έπληξε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, από τη γεωργία και το μαγείρεμα μέχρι την ιατρική απεικόνιση. Πολλές κυβερνήσεις στην Ασία επέβαλαν κανόνες για μείωση της κατανάλωσης, στράφηκαν στα στρατηγικά τους αποθέματα και έσπευσαν να βρουν εναλλακτικές προμήθειες.
«Δεν πρόκειται μόνο για ένα σοκ τιμών, αλλά για πραγματικές ελλείψεις», δήλωσε ο Κρίσνα Σρινιβάσαν, διευθυντικό στέλεχος στο ΔΝΤ. «Σε συνθήκες ελλείψεων, η βιομηχανία περιορίζει την παραγωγή, οι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους και αυτό έχει δευτερογενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη», συμπλήρωσε.
Τα πιο ξεκάθαρα σημάδια ήρθαν πρώτα στις προμήθειες του πετρελαίου και του LNG, που διέρχονται μέσω των Στενών του Ορμούζ από βασικούς παραγωγούς, όπως το Κουβέιτ και το Κατάρ, και μεγάλο μέρος αυτών καταλήγει στην Ασία. Ενώ τα πλουσιότερα κράτη, όπως η Ιαπωνία, η Σιγκαπούρη και η Κίνα, στρέφονται στα στρατηγικά αποθέματα και εξασφαλίζουν εναλλακτικές προμήθειες φυσικού αερίου πληρώνοντας περισσότερα χρήματα, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες υποχρεώνονται να μειώσουν την κατανάλωση.
Στο Μπανγκλαντές, λόγω έλλειψης προσιτού φυσικού αερίου, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε προγραμματισμένα κυλιόμενα blackouts σε διάφορες περιοχές. Το Βιετνάμ επέβαλε μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης σε βιομηχανικές ζώνες. Οι Φιλιππίνες κήρυξαν κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, εφαρμόζοντας τετραήμερη εργασία σε ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες και περιορίζοντας τη χρήση κλιματιστικών στα δημόσια κτίρια.
Ο πόλεμος αναστάτωσε και τις αγορές των παραγώγων του φυσικού αερίου, ιδίως του ηλίου. Πριν από τον πόλεμο, το Κατάρ προμήθευε περίπου το ένα τρίτο του ηλίου στον κόσμο, το οποίο χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, από εταιρείες τσιπ για ψύξη μηχανημάτων και από φαρμακευτικές για ποιοτικούς ελέγχους.
Πολλές κυβερνήσεις στην Ασία επέβαλαν κανόνες για μείωση της κατανάλωσης, στράφηκαν στα στρατηγικά τους αποθέματα και έσπευσαν να βρουν εναλλακτικές προμήθειες.
Οι επιχειρηματίες που είναι σε θέση να πληρώσουν αδρά για το διαθέσιμο ήλιο –κατά κύριο λόγο κολοσσοί των τσιπ σε Νότια Κορέα και Ταϊβάν, καθώς και αμερικανικές φαρμακευτικές– εξασφαλίζουν τις περιορισμένες προμήθειες, αφήνοντας «κενά» στον υπόλοιπο κόσμο. Στην Ινδία οι τιμές του ηλίου έχουν ήδη διπλασιαστεί, με τις ελλείψεις να συνιστούν σοβαρή απειλή για τα μικρότερα, περιφερειακά δίκτυα νοσοκομείων, σε μια περίοδο που η χώρα «επεκτείνει την πρόσβαση σε ποιοτικές διαγνωστικές απεικονίσεις σε περιοχές που δεν διέθεταν ποτέ τέτοιες υπηρεσίες», είπε στους New York Times ο Παβάν Τσούνταρι, πρόεδρος της Ενωσης Ιατρικής Τεχνολογίας της Ινδίας.
Ο Περσικός Κόλπος αποτελεί επίσης κρίσιμη πηγή λιπασμάτων κι έτσι ο πόλεμος απειλεί την παγκόσμια προμήθεια τροφίμων. Πέντε βασικές εξαγωγικές δυνάμεις, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα ΗΑΕ και το Μπαχρέιν, προμηθεύουν αθροιστικά πάνω από το ένα τρίτο των παγκόσμιων αποθεμάτων ουρίας, της κυρίαρχης μορφής αζωτούχου λιπάσματος.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά 80% από τον Φεβρουάριο. Ως περιοχή υψηλού ρίσκου θεωρείται η Νότια Ασία, όπου οι αγρότες, αδυνατώντας να πληρώσουν περισσότερο για να εξασφαλίσουν τα διαθέσιμα φορτία, υποχρεώνονται να καλλιεργήσουν χωρίς επαρκή λιπάσματα. Κίνδυνο διατρέχουν και οι γεωργοί στην Αφρική, οι οποίοι καλλιεργούν το 70% των τροφίμων για την Υποσαχάρια Αφρική.
Οι ελλείψεις πετρελαίου έχουν προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις και στα διυλισμένα προϊόντα, όπως η νάφθα, παράγωγο του πετρελαίου που χρησιμοποιείται ευρέως στη μεταποίηση. Οι ελλείψεις είναι έντονες στην Ανατολική Ασία. Μάλιστα στην Ιαπωνία έχει πληγεί σοβαρά η βιομηχανία εκτυπώσεων, με αποτέλεσμα η εταιρεία Calbee να αφαιρέσει τα χρώματα από τις συσκευασίες με πατατάκια, προκειμένου να εξοικονομήσει μελάνια που παράγονται από νάφθα.
Η Μέση Ανατολή είναι επίσης από τους κορυφαίους εξαγωγείς υγραερίου (LPG), που χρησιμοποιείται ευρέως για μαγείρεμα και θέρμανση σε αναπτυσσόμενες χώρες. Σοβαρό είναι το πλήγμα στην Ινδία, η οποία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος αγοραστής στον κόσμο και εξαρτάται από ξένες πηγές για τουλάχιστον το 50% των 31 εκατ. μετρικών τόνων που καταναλώνει κάθε χρόνο. Παρότι η κυβέρνηση αναζητεί εναγωνίως εναλλακτικές πηγές προμήθειας εκτός Μέσης Ανατολής, οι εμπορικές προμήθειες έχουν υποχωρήσει περίπου στο 70% των επιπέδων προ πολέμου.
Τέλος, η Ευρώπη βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ανησυχιών για έλλειψη κηροζίνης, καθώς αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή αεροπορικών καυσίμων που διακινούνται μέσω των Στενών του Ορμούζ. Μέχρι στιγμής δεν έχουν εξαντληθεί τα αεροπορικά καύσιμα στην ήπειρο, καθώς η εκτίναξη των τιμών έδωσε στις ΗΠΑ και σε άλλους μεγάλους προμηθευτές κίνητρο να ανακατευθύνουν φορτία προς την Ευρώπη. Οι υψηλές τιμές ώθησαν επίσης τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια να αυξήσουν την παραγωγή τους.
Ωστόσο, λόγω του αυξημένου κόστους, μεγάλες αεροπορικές εταιρείες, όπως η Lufthansa και η KLM, μείωσαν το πτητικό τους πρόγραμμα. Παράλληλα, οι ακριβότεροι ναύλοι έχουν αποθαρρύνει μέρος των καταναλωτών να ταξιδέψουν. Ως αποτέλεσμα, η αεροπορική κίνηση στην Ευρώπη εκτιμάται ότι είναι περίπου 5% χαμηλότερη, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας.

