Τον τελευταίο χρόνο κερδίζει έδαφος, τουλάχιστον σε τεχνοκρατικό επίπεδο, η ιδέα μιας «βαθιάς, μεγάλης και ρευστής αγοράς ευρωομολόγων», η οποία θα επιταχύνει την ανάπτυξη της πολυδιαφημισμένης στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η συγκυρία θεωρείται ούτως ή άλλως ευνοϊκή, καθώς καταγράφεται μια αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία, εν μέσω μιας προσπάθειας αποστασιοποίησης των επενδυτών από τις ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο αυτό, οι οικονομολόγοι Μπλανσάρ και Ούμπιντε προτείνουν στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ανακοινώσουν ότι αντικαθιστούν μέσα στα επόμενα χρόνια έως και το 25% του χρέους τους προς ΑΕΠ με ευρωομόλογα. Στην πράξη, αυτό μπορεί να επιτευχθεί συνδυαστικά μέσω της ανταλλαγής υφιστάμενων εθνικών ομολόγων με ευρωομόλογα και της επαναγοράς και αναχρηματοδότησης με ευρωομόλογα των λήξεων των εθνικών τίτλων που καθίστανται απαιτητές.
Για να δουλέψει η πρόταση απαιτείται να συμμετάσχουν απλώς αρκετές χώρες, ώστε να είναι αρκετά μεγάλο το μέγεθος της αγοράς που θα σχηματιστεί, λέει ο Ολιβιέρ Μπλανσάρ του ΔΝΤ.
Η εξυπηρέτηση αυτών των ευρωομολόγων θα υποστηρίζεται μέσω μιας μεταφοράς εσόδων από κάθε κράτος-μέλος, παρόμοια με τις σημερινές μεταβιβάσεις προς τον προϋπολογισμό της Ε.Ε., η οποία θα κατοχυρώνεται στην εθνική νομοθεσία. Με τα τρέχοντα επιτόκια η απαιτούμενη μεταφορά θα αντιστοιχούσε περίπου στο 1% του ΑΕΠ. Η μεταφορά αυτή, για την κάλυψη των πληρωμών τόκων των ευρωομολόγων, θα αντικαθιστούσε την άμεση πληρωμή τόκων επί των εθνικών ομολόγων που έχουν αποσυρθεί. Επειδή τα επιτόκια των ευρωομολόγων θα είναι χαμηλότερα, αυτό θα συνεπαγόταν καθαρή εξοικονόμηση για τα κράτη-μέλη. Τα ευρωομόλογα θα απολάμβαναν έτσι διπλή εγγύηση: τη νομική δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ενωσης –ως εκδότη– να εξυπηρετεί αυτό το χρέος και την εθνική πολιτική και νομική δέσμευση για μεταφορά των απαιτούμενων εσόδων ώστε να εξυπηρετείται το χρέος.
Το εργαλείο για τα ευρωομόλογα θα είναι τα EU-Bonds και EU-Bills που ήδη εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επωφελούμενη από την υφιστάμενη υποδομή των αγορών repos και παραγώγων. Το απόθεμά τους θα προσεγγίζει το ένα τρισ. ευρώ το 2026, αποτελώντας το πέμπτο μεγαλύτερο μετά της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Αν εφαρμοστεί η πρόταση των Μπλανσάρ και Ούμπιντε, η οποία θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει την ενοποίηση της έκδοσης και άλλων ευρωπαϊκών θεσμών, όπως ο ESM, τότε το μέγεθος αυτής της αγοράς θα αυξανόταν έως και στα πέντε τρισ. ευρώ.
Το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι ευρωπαϊκοί τίτλοι ταξινομούνται ως υπερεθνικοί και όχι ως κρατικά ομόλογα, μειώνει τη ζήτησή τους και αποτελεί τον κύριο λόγο για τον οποίο έχουν υψηλότερη απόδοση από τα γερμανικά ομόλογα. Εκτιμάται ότι η νομική ταξινόμηση ως υπερεθνικών και όχι ως κρατικών τίτλων μειώνει τη ζήτηση για EU-Bonds και EU-Bills έως και 80% σε σχέση με αντίστοιχα κρατικά ομόλογα, γεγονός που οφείλεται στη νομική κατηγοριοποίηση των υπερεθνικών ως «οιονεί κυβερνήσεων». Επομένως, η προσδοκία με την εφαρμογή της πρότασης είναι ότι θα αυξηθεί σημαντικά η ζήτηση της νέας αυτής μορφής τίτλων από τους διεθνείς επενδυτές, θα μειωθούν οι αποδόσεις τους και θα αποκτήσουν «αρνητική συσχέτιση με τον κίνδυνο». Συγχρόνως, μια βαθιά και ρευστή αγορά ευρωομολόγων θα επέτρεπε στις ευρωπαϊκές τράπεζες να διαφοροποιήσουν τον εθνικό τους κίνδυνο και θα υποστήριζε την ανάπτυξη μιας πιο βαθιάς ευρωπαϊκής αγοράς εταιρικών ομολόγων, συμβάλλοντας αφενός στην ενίσχυση της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και αφετέρου στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα για όλες τις χώρες.
Στην πραγματικότητα, κάθε κράτος-μέλος θα βελτίωνε με αυτόν τον τρόπο το προφίλ του χρέους του, μειώνοντας το βάρος της εξυπηρέτησής του. Αυτό θα εξοικονομούσε πόρους για δαπάνες που ενισχύουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. «Προσοχή. Ο διαχωρισμός του χρέους σε ασφαλές και μη ασφαλές δεν αλλάζει από μόνος του τον συνολικό κίνδυνο του χρέους. Μειώνεται το επιτόκιο στο ασφαλές χρέος, αλλά αυξάνεται το επιτόκιο στο υπόλοιπο χρέος, το οποίο θα φέρει πλέον όλο τον κίνδυνο. Ωστόσο, η πρότασή μας οδηγεί στη δημιουργία μιας αγοράς ασφαλούς χρέους, η οποία θα είναι μεγαλύτερη και πιο ρευστή από πριν. Η μεγαλύτερη ρευστότητα συνεπάγεται υψηλότερη ζήτηση από επενδυτές και άρα χαμηλότερο επιτόκιο στο ασφαλές χρέος απ’ ό,τι θα ίσχυε διαφορετικά. Επομένως, προκύπτει χαμηλότερο συνολικό επιτόκιο», τονίζει στην «Κ» ο πρώην Chief Economist του ΔΝΤ, Ολιβιέρ Μπλανσάρ. Θα πρέπει, για να δουλέψει η πρόταση, να συμμετάσχουν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης; «Οχι. Απαιτείται να συμμετάσχουν απλώς αρκετές χώρες, ώστε να είναι αρκετά μεγάλο το μέγεθος της αγοράς που θα σχηματιστεί». Και τι θα σημαίνει η εφαρμογή της πρότασης για τη χώρα μας; «Η Ελλάδα αφενός θα ωφεληθεί από το premium ρευστότητας στο μερίδιο του ασφαλούς χρέους της, αφετέρου θα πληρώνει ένα κάπως χαμηλότερο συνολικό επιτόκιο».
Ο Μπλανσάρ διευκρινίζει, διασκεδάζοντας έτσι και τις ανησυχίες για τον λεγόμενο ηθικό κίνδυνο από την έκδοση ευρωομολόγων, ότι δεν προτείνει το συγκεκριμένο εργαλείο ως έναν τρόπο αύξησης του χρέους και των δημοσίων δαπανών. Θα αφορά μόνο την αντικατάσταση ενός μέρους των εθνικών ομολόγων των κρατών-μελών με ευρωομόλογα, χωρίς αύξηση του συνολικού αποθέματος χρέους της Ευρωπαϊκής Ενωσης: «Δεν προτείνουμε να δεσμευθούν αυτά τα ευρωομόλογα σε κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα δαπανών. Ούτε προτείνουμε νέους φόρους για τη χρηματοδότηση αυτών των ευρωομολόγων. Η πρότασή μας αφορά τη βελτιστοποίηση της διαχείρισης του χρέους και όχι τον καθορισμό προτεραιοτήτων δαπανών. Ουσιαστικά, προτείνουμε τη δημιουργία ευρωομολόγων που θα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως κρατικοί τίτλοι, εκδιδόμενοι από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Φυσικά, εάν στο μέλλον οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφασίσουν να δρομολογήσουν νέα προγράμματα δαπανών, συμπεριλαμβανομένων ευρωπαϊκών δημοσίων αγαθών, αυτά θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν μέσω ευρωομολόγων, εφόσον υπάρξει σχετική συμφωνία».

