Καθώς πλησιάζει η συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, την Πέμπτη στο Πεκίνο, όπου θα συζητηθούν μεταξύ άλλων ζωτικά οικονομικά ζητήματα όπως οι δασμοί και οι περιορισμοί στις εξαγωγές κινεζικών κρίσιμων μετάλλων, εντείνεται η ανησυχία για την έκβαση της συνάντησης αλλά και ο προβληματισμός για τις επιδόσεις των δύο ηγετών στην οικονομία. Και προκύπτει πως τα αποτελέσματα της πολιτικής τους δεν είναι για κανέναν εκ των δύο εξαιρετικά.
Εκπρόσωποι σειράς βιομηχανιών απευθύνουν έκκληση στον Αμερικανό πρόεδρο να μην κλείσει κάποια «κακή συμφωνία», που θα ανοίξει την αμερικανική αγορά πλήρως στα κινεζικά αυτοκίνητα.
Στα δέκα και πλέον χρόνια που ο Σι Τζινπίνγκ βρίσκεται στο τιμόνι της Κίνας, οι ένοπλες δυνάμεις της έχουν αναπτυχθεί εξαιρετικά, οι βιομηχανίες της κυριαρχούν παγκοσμίως και οι πρωτοπόροι της στις τελευταίες τεχνολογίες βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τις εταιρείες της Silicon Valley. Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχουν τμήματα της κινεζικής οικονομίας που έχουν περιέλθει σε δεινή θέση τα τελευταία χρόνια. Η αγορά ακινήτων παραμένει βυθισμένη σε κολοσσιαία κρίση, που έχει εξαφανίσει πλούτο τρισεκατομμυρίων δολαρίων, η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ η κατάσταση της αγοράς εργασίας τείνει να γίνει αποκαρδιωτική. Οπως αναφέρει σχετικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, αυτή η άνιση εικόνα της κινεζικής οικονομίας αντανακλά τις επιλογές του Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος έδωσε προτεραιότητα στην ασφάλεια της χώρας και όχι στην οικονομία. Υπό τον Σι το Πεκίνο διοχετεύει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια στην προσπάθεια να διασφαλίσει αυτάρκεια στην τεχνητή νοημοσύνη, στους μικροεπεξεργαστές, στα ηλεκτροκίνητα οχήματα και σε πολλούς άλλους τομείς στρατηγικής σημασίας. Δεν έχει, όμως, προωθήσει οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα διευκόλυναν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και θα έδιναν ώθηση στη μεσαία τάξη της χώρας.
Μετά τον θάνατο του ιστορικού ηγέτη της Κίνας Μάο Τσετούνγκ, όλοι οι Κινέζοι πρόεδροι έδιναν προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη και πέτυχαν έτσι τη ραγδαία εκτόξευση της Κίνας και την ανάδειξή της σε δεύτερη οικονομία στον κόσμο. Τώρα όμως τα μηνύματα του Πεκίνου έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Αγρότες που δεν εισπράττουν παρά λίγα δολάρια κάθε ημέρα καλούνται να αναδείξουν την Κίνα σε μεγάλη δύναμη στη γεωργία. Φοιτητές αναγκάζονται να αποστηθίζουν δηλώσεις του Σι για την ανάκτηση του άλλοτε μεγαλείου της Κίνας, αλλά εκατομμύρια από αυτούς θα καταλήξουν άνεργοι και εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Και γενικότερα το πρόβλημα είναι πως οι διάφορες στρατηγικές του προέδρου Σι δεν οδηγούν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ούτε σε επενδύσεις για να αποτραπεί η περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής της ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, έχουν διαψευστεί οι υποσχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι θα επανέφερε τις βιομηχανίες και τις θέσεις εργασίας εντός των ΗΠΑ και θα βελτίωνε τη ζωή των Αμερικανών εργατών. Αντιθέτως, ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει οδηγήσει σε αύξηση του κόστους των καυσίμων, που προστίθεται στη γενικότερη ακρίβεια και υπονομεύει περαιτέρω το ήδη κλονισμένο βιοτικό επίπεδο μεγάλης μερίδας Αμερικανών. Η εικόνα αποτυπώνεται σε σχετική δημοσκόπηση της εταιρείας Focaldata, που δημοσιεύουν οι Financial Times και φέρει πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους να αποδοκιμάζουν σφοδρά τους χειρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό και γενικότερα την οικονομία. Σχεδόν το 58% των ερωτηθέντων ανέφερε τον πληθωρισμό και το κόστος της ζωής ως το πλέον πιεστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ενόψει των εκλογών του μεσοδιαστήματος, που έχουν προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο. Το ίδιο ποσοστό δήλωσε, ακόμη, ότι αποδοκιμάζει «σφοδρά» ή τουλάχιστον αποδοκιμάζει τη στάση του Τραμπ ως προς τον πληθωρισμό, ενώ ποσοστό άνω του 50% τόνισε ότι αποδοκιμάζει την πολιτική του Αμερικανού προέδρου σε ό,τι έχει σχέση με τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την απασχόληση. Επιπλέον, το 55% των ερωτηθέντων εξέφρασε την άποψη πως η πολιτική των δασμών, δόγμα του Ντόναλντ Τραμπ, έχει στην πραγματικότητα πλήξει την αμερικανική οικονομία.
Στο μεταξύ κι ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος ετοιμάζεται για την κρίσιμη συνάντηση με τον Κινέζο ομόλογό του, οι επικεφαλής των αμερικανικών βιομηχανιών εκφράζουν φόβους πως ο Τραμπ θα επιτρέψει σε κινεζικές εταιρείες να επενδύσουν στις ΗΠΑ. Ιδιαιτέρως ανήσυχοι είναι οι επικεφαλής των αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών καθώς τον Ιανουάριο ο Τραμπ είπε ενώπιον της Ενωσης των Αυτοκινητοβιομηχανιών του Ντιτρόιτ ότι θα ήταν «σπουδαία» εάν έρθουν οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες να επενδύσουν στις ΗΠΑ και να κατασκευάσουν μονάδες παραγωγής, στις οποίες θα απασχολήσουν Αμερικανούς. Ως εκ τούτου, εκπρόσωποι σειράς βιομηχανιών, χαλυβουργείων, εργατικών συνδικάτων, αυτοκινητοβιομηχανιών και πολιτικοί απευθύνουν έκκληση στον Αμερικανό πρόεδρο να μην κλείσει κάποια «κακή συμφωνία», που θα ανοίξει την αμερικανική αγορά πλήρως στα κινεζικά αυτοκίνητα.

