Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις από το παγκόσμιο ενεργειακό σοκ –το σοβαρότερο από τη δεκαετία του 1970– είναι η ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει μέχρι στιγμής η διεθνής οικονομία.
Λόγω του μπλόκου στα Στενά του Ορμούζ λείπουν κάθε ημέρα 13 εκατομμύρια βαρέλια από τις ενεργειακές προμήθειες του πλανήτη, οδηγώντας σε μπλακ άουτ, επιβολή δελτίων καυσίμων και τετραήμερη εβδομάδα εργασίας. Κάθε επιπλέον ημέρα που η θαλάσσια δίοδος παραμένει κλειστή αυξάνονται και οι πιθανότητες ύφεσης, με την τιμή του Brent να έχει σκαρφαλώσει κατά τουλάχιστον 50% από την έναρξη του πολέμου. Κι όμως, σε αντίθεση με αντίστοιχες ενεργειακές κρίσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1990, πολλές μεγάλες οικονομίες παραμένουν σταθερές, ενώ οι αγορές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά, σημειώνει η Wall Street Journal.
Η ανθεκτικότητα αυτή αντανακλά την αφθονία των ενεργειακών αποθεμάτων, τις πολιτικές στήριξης των καταναλωτών και την εξισορρόπηση που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη κινητοποιώντας επενδύσεις ανά τον κόσμο. Επίσης αναδεικνύει τις παραγνωρισμένες βελτιώσεις των τελευταίων ετών στην ενεργειακή αποδοτικότητα: Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή ενός δολαρίου στο ΑΕΠ, βάσει πληθωρισμού, έχει μειωθεί από το 2000 κατά περίπου 33% σε ΗΠΑ και Ευρώπη και 40% στην Κίνα.
Αυτή η ενεργειακή αποδοτικότητα απορροφά εν μέρει το σοκ που υφίσταται η εφοδιαστική αλυσίδα, όπως είπε πρόσφατα η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο υπολογίζει ελαφρώς χαμηλότερη ανάπτυξη φέτος σε σύγκριση με πέρυσι, υποθέτοντας ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά μέχρι τα μέσα του έτους.
Βέβαια, αν ο πόλεμος διαρκέσει παραπάνω, τότε δεν αποκλείεται να αυξηθούν οι πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Επίσης, οι φτωχές χώρες, που δεν έχουν «μαξιλάρι» και είναι εκτός της επενδυτικής φρενίτιδας της ΑΙ, δέχονται ισχυρό πλήγμα, με τις ενεργειακές ελλείψεις να οδηγούν σε κλείσιμο εργοστασίων και τις ακριβές εισαγωγές να επιβαρύνουν τα κρατικά ταμεία.
Αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά και τον επόμενο χρόνο, το ΔΝΤ προειδοποίησε ότι η παγκόσμια ανάπτυξη φέτος μπορεί να πέσει κοντά στο 2%.
Οταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πυροδότησε το 2022 ένα αντίστοιχο ενεργειακό σοκ, ο πληθωρισμός ήταν ήδη σε υψηλά επίπεδα στις μεγάλες οικονομίες, καθώς η συσσωρευμένη ζήτηση κατά την επανεκκίνηση της δραστηριότητας μετά την πανδημία συνέπεσε με τον «στραγγαλισμό» των προμηθειών.
Οι κεντρικές τράπεζες δεν είχαν περιθώριο επιλογών και αύξησαν τα επιτόκια σχεδόν αμέσως. Αυτή τη φορά, όμως, δεν αντιμετωπίζουν την ίδια πίεση από τον πληθωρισμό, όσο αξιολογούν τους κινδύνους από την άνοδο των τιμών ενέργειας.
Επίσης, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ οι κυβερνήσεις έλαβαν μέτρα ώστε να μετριάσουν τις πιέσεις στους καταναλωτές. Κρίσιμο στοιχείο αυτών των προσπαθειών είναι τα μεγάλα κρατικά αποθέματα. Ενδεικτικά, η Ιαπωνία και η Κορέα είχαν τον Ιανουάριο ενεργειακά αποθέματα περίπου 200 ημερών, η Ευρώπη 130, ενώ η Κίνα 100. Συγκεκριμένα, στην Ασία επιπλέον αντίβαρο στα πλήγματα του πολέμου αποτέλεσαν οι εξαγωγές. Η έκρηξη στον τομέα της ΑΙ σημαίνει υψηλή ζήτηση για ασιατικής κατασκευής τσιπ, ηλεκτρονικές συσκευές και μηχανήματα, τα οποία απαιτούνται στα data centers.
Βέβαια, ένας βαθύτερος λόγος για την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας σε σύγκριση με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις είναι η μεγαλύτερη ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν στραφεί σε λιγότερο ενεργοβόρους υπηρεσίες. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι ΑΠΕ, ενώ οι καταναλωτικές συσκευές χρησιμοποιούν πλέον λιγότερο ηλεκτρισμό και οι εταιρείες έχουν βελτιώσει τις βιομηχανικές διαδικασίες για να εξοικονομήσουν ενέργεια.
Ορισμένοι οικονομολόγοι διερωτώνται πόσα ακόμη σοκ μπορεί να αντέξει η διεθνής οικονομία. Οπως είπε χαρακτηριστικά στη Wall Street Journal ο Α. Ματού, διευθυντής έρευνας και ανάπτυξης στην Παγκόσμια Τράπεζα, τα πλήγματα της πανδημίας, της ενέργειας και των αμερικανικών δασμών έχουν προκαλέσει μακροχρόνια προβλήματα, όπως υποτονικές επενδύσεις, χαμηλή επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.

