ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Τεράστιο είναι το κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία –λόγω της ενεργειακής «πίεσης» που προκαλεί η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή–, καθώς έχει αναζωπυρώσει τις διεθνείς τιμές των ορυκτών καυσίμων. Μιλώντας στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου, η πρόεδρος της Κομισιόν ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση «χάνει σχεδόν 500 εκατ. ευρώ την ημέρα», ενώ μέσα σε μόλις 60 ημέρες σύγκρουσης το επιπλέον κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων ξεπέρασε τα 27 δισ. ευρώ, χωρίς αύξηση στην πραγματική κατανάλωση ενέργειας.
Για τον λόγο αυτό, πάντως, η Κομισιόν, όπως ανέφερε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, θέτει ως στρατηγική προτεραιότητα τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας – από ανανεώσιμες πηγές έως και πυρηνική ενέργεια, με βάση την «τεχνολογική ουδετερότητα». Παράλληλα, θα παρουσιάσει τον Ιούνιο σχέδιο ευρείας ηλεκτροποίησης (electrification) της οικονομίας και επιτάχυνσης επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές.
Λίγες εβδομάδες μετά τη σχετική έκκληση των Ευρωπαίων ηγετών τον περασμένο Μάρτιο, η Κομισιόν χθες ενεργοποίησε το προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων METSAF (Middle East Temporary State Aid Framework), που θα ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 και θα επιτρέψει στα κράτη-μέλη να στηρίξουν επιχειρήσεις που πλήττονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Η στήριξη αφορά, μεταξύ άλλων, τη γεωργία, την αλιεία, τις μεταφορές, τη ναυτιλία και την ενεργοβόρα βιομηχανία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μικρών αποστάσεων εντός της Ε.Ε., όπου αναγνωρίζεται ότι οι επιχειρήσεις πλήττονται άμεσα από την αύξηση των τιμών καυσίμων. Γι’ αυτό επιτρέπεται προσωρινή κρατική στήριξη, η οποία θεωρείται συμβατή με την εσωτερική αγορά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το πλαίσιο, οι ενισχύσεις μπορούν να καλύπτουν έως και το 70% του επιπλέον κόστους καυσίμων που προκύπτει από την κρίση, με βάση είτε την τρέχουσα είτε την προ της κρίσης κατανάλωση των επιχειρήσεων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν η ενίσχυση παρέχεται μέσω επιστρεπτέων εργαλείων, όπως δάνεια ή εγγυήσεις, μπορεί να καλυφθεί ακόμη και έως το σύνολο του πρόσθετου κόστους. Οι ενισχύσεις μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές, όπως άμεσες επιχορηγήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις ή χρηματοδοτικά εργαλεία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα όρια. Παράλληλα, αποκλείεται η κάλυψη κόστους που σχετίζεται με το σύστημα εμπορίας εκπομπών (ETS), ώστε να μην υπονομεύονται τα κίνητρα για μείωση των ρύπων.
Οι ενισχύσεις μπορούν να καλύπτουν έως και το 70% του επιπλέον κόστους καυσίμων που προκύπτει από την κρίση.
Για μικρές επιχειρήσεις προβλέπεται απλοποιημένη διαδικασία, με ενισχύσεις έως 50.000 ευρώ, που μπορούν να υπολογίζονται ακόμη και με εκτιμήσεις, μειώνοντας σημαντικά τη γραφειοκρατία. Αυτό θεωρείται σημαντικό για μικρές μεταφορικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις, που πλήττονται αλλά δεν διαθέτουν διοικητικούς πόρους για πολύπλοκες διαδικασίες.
Πάντως, τα κράτη-μέλη καλούνται να καταρτίσουν ολοκληρωμένα προγράμματα ενισχύσεων με συγκεκριμένο προϋπολογισμό και να τα κοινοποιήσουν στην Κομισιόν για έγκριση, η οποία δίνεται συνήθως σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι ενισχύσεις θα πρέπει να χορηγηθούν έως το τέλος του 2026, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να δοθεί παράταση έως τις αρχές του 2027.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις οφείλουν να διασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν ενίσχυση δεν ήταν ήδη σε οικονομική δυσχέρεια πριν από την κρίση, με ορισμένες εξαιρέσεις για πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Επιπλέον, προβλέπεται δυνατότητα καταβολής προκαταβολών με βάση εκτιμήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα πραγματοποιηθούν εκ των υστέρων έλεγχοι και θα ανακτηθούν τυχόν ποσά που δεν πληρούν τα κριτήρια. Τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να τηρούν αυστηρούς κανόνες διαφάνειας και ελέγχου, δημοσιεύοντας στοιχεία για σημαντικές ενισχύσεις, υποβάλλοντας ετήσιες εκθέσεις, ενώ η Κομισιόν μπορεί να ζητάει πρόσθετες πληροφορίες ή να ελέγχει την ορθή εφαρμογή των μέτρων.
Σε κάθε περίπτωση, το εκτελεστικό όργανο της Ε.Ε. υπογραμμίζει ότι πρόκειται για προσωρινή παρέμβαση. Ακόμη και η δυνατότητα επιδότησης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο –που εξετάζεται κατά περίπτωση– παρουσιάζεται ως έκτακτο μέτρο και όχι ως στρατηγική επιλογή. Οπως σημειώνουν αρμόδιες πηγές, πρόκειται για μια «ισορροπία» μεταξύ της ανάγκης άμεσης στήριξης και του μακροπρόθεσμου στόχου της πράσινης μετάβασης.

