Για πρώτη φορά από το 2012, οπότε ανέλαβε πρόεδρος της Κίνας ο Σι Τζινπίνγκ, ένας από τους τρεις μεγάλους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, η Moody’s, προχώρησε χθες σε μια κίνηση που δεν είχε κάνει έκτοτε κανείς εκ των τριών οίκων, δίνοντας ψήφο εμπιστοσύνης στην κινεζική οικονομία. Την αναβάθμισε δίνοντάς της τώρα βαθμολογία «σταθερή» από «αρνητική», στην οποία την είχε υποβαθμίσει από το 2023, όταν οι δαπάνες της κεντρικής κυβέρνησης για τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τη στήριξη της χειμαζόμενης αγοράς ακινήτων είχαν διογκώσει το χρέος της και απειλούσαν την οικονομία της.
Εκτοτε, όμως, το Πεκίνο έχει αποδυθεί σε μια εκστρατεία μείωσης του χρέους και ιδιαιτέρως του «κρυφού» χρέους που βρίσκεται εκτός των ισολογισμών, επιβάλλοντας σκληρούς περιορισμούς στον διορισμό όσων εταιρειών συνεργάζονται με τις περιφερειακές αρχές για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής. Η αναβάθμιση «αντανακλά την εκτίμησή μας πως η οικονομική και δημοσιονομική ισχύς της κινεζικής οικονομίας θα παραμείνει ανθεκτική στις γεωπολιτικές προκλήσεις και στα προβλήματα του εμπορίου», τονίζει η Moody’s στη σχετική ανακοίνωσή της, αν και αναγνωρίζει ότι «θα παραμείνουν οι δημοσιονομικές πιέσεις και θα εξακολουθήσει να αυξάνεται το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στο εγγύς μέλλον, αλλά οι κίνδυνοι θα βρίσκονται σε ελεγχόμενα επίπεδα». Σε ό,τι αφορά το χρέος της Κίνας που την τελευταία πενταετία έχει αυξηθεί κατά 20 εκατοστιαίες μονάδες στο 68,5% του ΑΕΠ της, η Moody’s προβλέπει πως θα φθάσει στο 82,4% του ΑΕΠ το επόμενο έτος και θα υπερβεί το 90% μέχρι τα τέλη της δεκαετίας.
Παράλληλα η Moody’s επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη προοπτική της κινεζικής οικονομίας διατηρώντας την στη βαθμίδα Α1, δηλαδή στην ίδια βαθμίδα με την Ιαπωνία, το Κουβέιτ και το Βέλγιο και τέσσερις βαθμίδες κάτω από την ανώτερη όλων. Ο εν λόγω οίκος αξιολόγησης εκφράζει σαφώς αισιοδοξία για τις προοπτικές ανάπτυξης της Κίνας, καθώς ο ρυθμός ανάπτυξής της αναμένεται να φθάσει φέτος στο 4,5% και στο 4,2% το επόμενο έτος, θα είναι εν ολίγοις σαφώς υψηλότερος από τις προβλέψεις της Moody’s προ τριετίας. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω οίκος εκτιμά πως το Πεκίνο έχει τώρα «τα περιθώρια για να συνεχίσει τις πολιτικές με τις οποίες αντιμετωπίζει τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, χωρίς να επεκτείνει υπερβολικά την πολιτική στήριξης». Η ανάπτυξη της Κίνας παραμένει εντυπωσιακά στιβαρή στη διάρκεια του έτους παρά τον πόλεμο στο Ιράν, καθώς οι εξαγωγές της εξακολουθούν να αυξάνονται, ενώ έχουν αποδώσει καρπούς οι μακροχρόνιες προσπάθειές της να διασφαλίσει ενεργειακή επάρκεια, με αποτέλεσμα να έχουν ελαχιστοποιήσει τον αντίκτυπο του πολέμου στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Και στο μεταξύ αυξάνεται το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για τοποθετήσεις σε γουάν.
Αναγνωρίζει ότι θα εξακολουθήσει να αυξάνεται το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στο εγγύς μέλλον, αλλά οι κίνδυνοι θα βρίσκονται σε ελεγχόμενα επίπεδα.
Δεν συμμερίζονται πάντως την ίδια άποψη οι New York Times, καθώς σε σχετικό δημοσίευμά τους αναφέρουν πως παρά τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και τις εξίσου τεράστιες επενδύσεις της σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κινεζική οικονομία αρχίζει να υφίσταται τον αντίκτυπο του πολέμου. Ενδεικτικά αναφέρουν τη μείωση κατά 26% που κατέγραψαν οι πωλήσεις αυτοκινήτων τις πρώτες 19 ημέρες του Απριλίου και τονίζουν πως δεν αφορά μόνο τα ηλεκτροκίνητα οχήματα. Αφορά παράλληλα και τα συμβατικά οχήματα εσωτερικής καύσης που σημείωσαν πτώση 40%.
Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία στην Κίνα έχουν όλο και λιγότερους πελάτες, καθώς τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους. Την περασμένη εβδομάδα, άλλωστε, χιλιάδες εργάτες μονάδας παραγωγής παιχνιδιών προχώρησαν σε κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας καθώς η επιχείρηση κατέρρευσε υπό το βάρος του αυξημένου κόστος των πλαστικών, απότοκο του πολέμου κατά του Ιράν και της εκτόξευσης των τιμών του πετρελαίου. Δευτερευόντως εκτιμάται πως συνέδραμε στην κατάρρευση της εταιρείας και η πολιτική δασμών του Ντόναλντ Τραμπ.

