Μειωμένες κατά 13,4% ήταν οι νέες πωλήσεις προγραμμάτων υγείας το πρώτο τρίμηνο του 2026, εξέλιξη που αποτυπώνει τις δυσκολίες προσέλκυσης νέων ασφαλισμένων, σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξημένο κόστος διαβίωσης. Την ίδια στιγμή, οι συνεχείς αναπροσαρμογές στα ασφάλιστρα υγείας φαίνεται να περιορίζουν την ελκυστικότητα των ιδιωτικών προγραμμάτων, δημιουργώντας προβληματισμό, όχι μόνο για την πορεία των νέων ασφαλιστικών εργασιών αλλά και για τη μακροπρόθεσμη ανανέωση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου.
Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος για την παραγωγή νέων εργασιών του κλάδου ζωής και υγείας κατά το α΄ τρίμηνο του έτους, με βάση τα οποία οι νέες πωλήσεις ετησίως ανανεούμενων προγραμμάτων υγείας υποχώρησαν στα 9 εκατ. ευρώ από 10,4 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περυσινό διάστημα. Αντιθέτως, οι νέες εργασίες στα ισόβια προγράμματα παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες στα 4,4 εκατ. ευρώ, καθώς πρόκειται για κλειστά χαρτοφυλάκια που δεν δέχονται νέους ασφαλισμένους.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία οι ασφαλισμένοι στα μακροχρόνια προγράμματα μειώθηκαν κατά 11,7% την περίοδο 2022-2024, ενώ παράλληλα αυξήθηκε τόσο η συχνότητα των νοσηλειών όσο και το μέσο κόστος κάθε αποζημίωσης. Με άλλα λόγια, όσο περιορίζεται η είσοδος νέων ασφαλισμένων, τόσο αυξάνεται η μέση ηλικία του χαρτοφυλακίου, γεγονός που επιβαρύνει το κόστος των αποζημιώσεων και ενισχύει τις πιέσεις για νέες αναπροσαρμογές ασφαλίστρων.
Εκτός από τα προγράμματα υγείας, σημαντική μείωση καταγράφεται και στα παραδοσιακά προγράμματα ζωής, οι νέες εργασίες των οποίων υποχώρησαν από τα 18,4 εκατ. το α΄ τρίμηνο του 2025 στα 9,2 εκατ. το αντίστοιχο τρίμηνο φέτος, καταγράφοντας μείωση κατά 50%.
Η μείωση των νέων εργασιών στους δύο βασικούς κλάδους αντισταθμίστηκε από τις πωλήσεις επενδυτικών προγραμμάτων, οι νέες εργασίες των οποίων διπλασιάστηκαν σχεδόν, καθώς εκτοξεύτηκαν από τα 127,8 εκατ. ευρώ στα 239,1 εκατ. ευρώ. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ανάπτυξη της ασφαλιστικής αγοράς στηρίζεται πλέον κυρίως στα επενδυτικά προϊόντα (unit linked) και όχι στις παραδοσιακές καλύψεις προστασίας (ζωής και υγείας), οι οποίες φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και το αυξανόμενο κόστος διατήρησής τους.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων εργασιών στα unit-linked προήλθε από συμβόλαια εφάπαξ καταβολής και όχι από προγράμματα περιοδικής αποταμίευσης. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η ασφαλιστική αγορά μετατοπίζεται σταδιακά από τον παραδοσιακό ρόλο της ως μηχανισμού προστασίας και μακροχρόνιας αποταμίευσης προς έναν ρόλο επενδυτικής διαχείρισης κεφαλαίων.
Συνολικά, μαζί με τις εργασίες προηγούμενων ετών, τα ασφάλιστρα του κλάδου ανήλθαν σε 728,5 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 25,3% σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, από τα οποία τα 187,2 εκατ. είναι ασφάλιστρα από προγράμματα ζωής (-1,4%), τα 155,9 εκατ. ασφάλιστρα υγείας (+9,9%) και άλλα 385,4 εκατ. (+54,3%) είναι ασφάλιστρα από επενδυτικά προϊόντα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΑΕΕ, οι ασφαλισμένοι του κλάδου ζωής ανήλθαν στο τέλος του α΄ τριμήνου στα 1,5 εκατ., εμφανίζοντας οριακή μείωση σε σχέση με πέρυσι, ενώ οι κάτοχοι επενδυτικών προγραμμάτων αυξήθηκαν κατά 124.500, φτάνοντας τους 570.800.
Στο σκέλος των εξόδων οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι ασφαλιστικές εταιρείες για καλύψεις υγείας ανήλθαν το α΄ τρίμηνο στα 155,8 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 3,9% σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, ενώ μειωμένες κατά 10,4% –στα 129,8 εκατ. ευρώ– ήταν οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν για καλύψεις ζωής. Στα επενδυτικά προγράμματα οι αποζημιώσεις ανήλθαν σε 235,4 εκατ. ευρώ (+14,5%) και αφορούν κυρίως ρευστοποιήσεις συμβολαίων.
Τα στοιχεία του α΄ τριμήνου επιβεβαιώνουν ότι ο ασφαλιστικός κλάδος αναπτύσσεται, αλλά με διαφορετική σύνθεση από ό,τι στο παρελθόν, καθώς την αύξηση της παραγωγής καθοδηγούν σχεδόν αποκλειστικά τα επενδυτικά προϊόντα, ενώ οι παραδοσιακοί κλάδοι ζωής και υγείας εμφανίζουν σημάδια κόπωσης.
Την ίδια στιγμή, οι αποζημιώσεις υγείας εξακολουθούν να αυξάνονται (+3,9%), γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το κόστος παραμένει ανοδικό, χωρίς σε αυτό να περιλαμβάνεται το κόστος πρόσκτησης εργασιών που επιβαρύνει περαιτέρω τον κλάδο.

