Η αποξήλωση και απομάκρυνση εξοπλισμού που έχει αποσυρθεί οριστικά αποτελεί νομική υποχρέωση της ΔΕΗ για την επιστροφή εδαφών στο ελληνικό Δημόσιο, εξηγεί η επιχείρηση, απαντώντας στα διαδικτυακά πυρά που δέχεται με αφορμή την απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής. Ενα βίντεο από τις εργασίες ελεγχόμενης ανατίναξης τριών παλαιών εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας κάνει τον γύρο του Διαδικτύου το τελευταίο διάστημα, συνοδευόμενο με μια σειρά από «αποκαλύψεις» και παραπληροφόρηση σχετικά με τα σχέδια της ΔΕΗ, με την εταιρεία να επιχειρηματολογεί για το ζήτημα σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας μέσω μιας μακροσκελούς – επτασέλιδης ανακοίνωσης.
Η ΔΕΗ εξηγεί ότι είναι υποχρεωμένη από την προγραμματική σύμβαση που έχει υπογράψει με τη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. να προχωρήσει σε αποξήλωση και απομάκρυνση εξοπλισμού που έχει αποσυρθεί οριστικά προκειμένου να επιστρέψει τα εδάφη στο ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση, όπως σημειώνει, για την ελεγχόμενη ανατίναξη των τριών παλαιών εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας βασίζεται στην απόλυτη προτεραιότητα που δίνει η ΔΕΗ στην ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής και στην ορθή διαχείριση παροπλισμένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς έπειτα από δεκαετίες λειτουργίας σε αντίξοες συνθήκες εξόρυξης, είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και παρουσίαζαν εκτεταμένες φθορές λόγω μακροχρόνιας καταπόνησης και διάβρωσης των μεταλλικών τους στοιχείων, καθιστώντας τους στατικά ασταθείς.
Επιπλέον, λόγω της παλαιότητάς τους και της κακής λειτουργικής τους κατάστασης, δεν μπορούν να πωληθούν. Η αποσυναρμολόγηση αυτών των μεταλλικών δομών (μεγάλου ύψους και βάρους εκατοντάδων τόνων), δίχως την πρότερη καθαίρεσή τους, εξηγεί η ΔΕΗ, θα απαιτούσε την εργασία τεχνικού προσωπικού σε μεγάλο ύψος επάνω στις φθαρμένες αυτές υποδομές, μέθοδος που θα εξέθετε τους εργαζομένους σε υψηλό κίνδυνο εργατικού ατυχήματος. Αντίθετα, η μέθοδος της ελεγχόμενης κατεδάφισης με χρήση εκρηκτικών αποτελεί τη διεθνώς ενδεδειγμένη και ασφαλέστερη βιομηχανική πρακτική. Επισημαίνει δε ότι το σύνολο των υλικών και των εκατοντάδων τόνων μετάλλου από τους παροπλισμένους εκσκαφείς δεν καταστρέφεται άσκοπα αλλά οδηγείται εξ ολοκλήρου για ανακύκλωση.
Το σχέδιο για το μουσείο
Απαντώντας στα σχόλια που έχει εισπράξει περί υποβάθμισης και απαξίωσης της ιστορικής διαδρομής της περιοχής, η ΔΕΗ υπενθυμίζει ότι σχεδιάζει τη δημιουργία ενός Μουσείου Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί από τον Απρίλιο του 2025 κατά την παρουσίαση του επενδυτικού πλάνου ύψους 5,75 δισ. ευρώ για τον μετασχηματισμό της Δυτικής Μακεδονίας σε πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο. Στο πλαίσιο αυτού του έργου, θα διατηρηθούν και θα αποκατασταθούν εμβληματικά βιομηχανικά κτίρια, πύργοι ψύξης, ιστορικές καμινάδες και εγκαταστάσεις μεγάλης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας. Επιπλέον, συγκεκριμένα μηχανήματα και εξοπλισμός που έχουν χαρακτηριστεί κινητά βιομηχανικά μνημεία θα συντηρηθούν και θα εκτεθούν στον χώρο του μουσείου. Στο πλαίσιο αυτής της πρόνοιας, θα διατηρηθούν και θα αναδειχθούν εμβληματικοί εκσκαφείς, αντίστοιχοι με αυτούς που αποσύρθηκαν, οι οποίοι θα παραμείνουν στην περιοχή ως μόνιμα εκθέματα.
Αποτελεί νομική υποχρέωση της ΔΕΗ για την επιστροφή εδαφών στο ελληνικό Δημόσιο, εξηγεί η επιχείρηση.
Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, έχουν αποκατασταθεί πλήρως πάνω από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων. Από αυτά, περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά στο ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να αποδοθούν για άλλες χρήσεις προς όφελος της τοπικής κοινωνίας. Η γη αυτή μετατρέπεται σε παραγωγικές εκτάσεις για αγροτική χρήση, δασικές ζώνες αναψυχής και οργανωμένες περιοχές για την προσέλκυση νέων, καθαρών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Ασύμφορος ο λιγνίτης
Σε σχέση με το πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης που ολοκληρώνεται στο τέλος του 2026 με την απόσυρση της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» η ΔΕΗ εξηγεί ότι η παραγωγή από λιγνίτη έχει καταστεί πλέον εξαιρετικά ασύμφορη, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Οι μονάδες της ΔΕΗ εκπέμπουν 1,15-1,6 τόνους CO2 για κάθε μεγαβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν.
Με τη χρηματιστηριακή τιμή του CO2 να κινείται σταθερά στην περιοχή των 80 ευρώ ανά τόνο –και με σαφή τάση ανόδου προς τα 90 με 100 ευρώ– το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 διαμορφώνεται περίπου από 92 ευρώ ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V) και μπορεί να φτάσει έως τα 160 ευρώ ανά MWh (για τις παλαιότερες μονάδες) όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αυξάνεται σε τέτοιο επίπεδο που καθίσταται μη ανταγωνιστικό και αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση, όπως εξηγεί η ΔΕΗ, θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές.
Η πράσινη μετάβαση
Η ΔΕΗ αντιπαρέρχεται και την προσέγγιση ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι απαραίτητες για τη σταθερότητα του συστήματος. Εξηγεί ότι δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνολογική ευελιξία για να ανταποκριθούν ακαριαία στις αυξομειώσεις της ζήτησης και της παραγωγής σε ένα σύστημα που κυριαρχείται από ΑΠΕ. Για τον λόγο αυτό η ΔΕΗ υλοποιεί ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, αναπτύσσοντας ένα διαφοροποιημένο και ανθεκτικό χαρτοφυλάκιο που εστιάζει στην ευέλικτη παραγωγή και στην αποθήκευση ενέργειας.

