Μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη-μέλη για την ενίσχυση των ενεργοβόρων βιομηχανιών παρέχει η πρόταση της Ε.Ε. για τη χαλάρωση του πλαισίου κρατικών ενισχύσεων σε τομείς οι οποίοι πλήττονται από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν. Το προσχέδιο που έθεσε η επιτροπή σε δημόσια διαβούλευση στάλθηκε στα κράτη-μέλη στις 15 Απριλίου, ώστε να καταθέσουν τα σχόλιά τους μέχρι και σήμερα, για να αποτελέσει στην τελική του μορφή ένα από τα βασικά μέτρα της εργαλειοθήκης που αναμένεται να παρουσιάσουν οι Βρυξέλλες στις 22 του μηνός.
Με την πρότασή της η Κομισιόν προχωράει στη χαλάρωση του πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για την ενεργοβόρο βιομηχανία (CISAF), ανοίγοντας χώρο για κρατικές παρεμβάσεις στήριξης, που συναρτάται όμως από τα δημοσιονομικά περιθώρια κάθε κράτους-μέλους. Αν και η εγχώρια βιομηχανία αναμένει από την κυβέρνηση να προχωρήσει στην κατάθεση ενός σχήματος ενίσχυσης στο πλαίσιο του αναθεωρημένου CISAF, το αρμόδιο κυβερνητικό επιτελείο αξιολογεί την πρόταση της Κομισιόν με βασικό γνώμονα τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. «Οι αλλαγές είναι ευπρόσδεκτες. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος να αξιοποιήσουμε την επιπλέον ευελιξία που έχουμε σήμερα, δεν είναι εύκολο», δηλώνει στην «Κ» αρμόδιο κυβερνητικό στέλεχος, αφήνοντας πάντως ανοιχτό το ενδεχόμενο κατάρτισης ενός σχήματος εφόσον οριστικοποιηθεί η πρόταση της επιτροπής και επαναξιολογηθούν όλοι οι παράμετροι. Η Κομισιόν, στο μεταξύ, ενέκρινε χθες τα πρώτα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο του CISAF που κοινοποίησαν η Βουλγαρία, η Γερμανία και η Σλοβενία. Η Γερμανία θα διαθέσει 3,8 δισ. για τη μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ενεργοβόρων επιχειρήσεων, η Βουλγαρία 334 εκατ. και η Σλοβενία 90 εκατ.
Το προσχέδιο της Κομισιόν φέρνει δύο σημαντικές αλλαγές στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων (CISAF) με ισχύ από την 1η Μαρτίου έως και τα τέλη του έτους. Η πρώτη, αυξάνει το ποσοστό επιδότησης από το 50% στο 70% της χονδρεμπορικής τιμής ρεύματος για το 50% της κατανάλωσης, με κατώτατο όριο τελικής τιμής μετά την επιδότηση τα 50 ευρώ/μεγαβατώρα. Στην παρούσα φάση το συγκεκριμένο μέτρο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του αρμόδιου κυβερνητικού επιτελείου, δεν προσφέρει κάτι για τη χώρα κι αυτό γιατί οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά κινούνται κάτω από τα 100 ευρώ/μεγαβατώρα, που σημαίνει ότι πετυχαίνουμε το όριο των 50 ευρώ/μεγαβατώρα με την έκπτωση του 50%. Σε ένα σενάριο, ωστόσο, με υψηλές τιμές, η επιπλέον 20% έκπτωση μας δίνει περισσότερο χώρο παρέμβασης. Η δεύτερη αλλαγή αίρει την απαγόρευση της σωρευτικής ενίσχυσης του CISAF με την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO2 για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες έως το 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μη δυνατότητα σωρευτικής ενίσχυσης από CISAF και αντιστάθμιση ήταν o βασικός λόγος που η Ελλάδα επέλεξε να μην κάνει χρήση του μηχανισμού για τη μείωση του κόστους ρεύματος στη βιομηχανία και να εστιάσει στην ενίσχυση της αντιστάθμισης στο «πακέτο» μέτρων που ανακοίνωσε τη Μ. Εβδομάδα.
«Οι αλλαγές είναι ευπρόσδεκτες. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος», τονίζει στην «Κ» κυβερνητικό στέλεχος.
Πέραν των δημοσιονομικών περιορισμών, το ΥΠΕΝ βλέπει περιορισμούς στην εφαρμογή του νέου πλαισίου και από την υποχρέωση επένδυσης του 50% της επιδότησης που θα λάβουν οι βιομηχανίες σε έργα ΑΠΕ, αποθήκευσης κλπ. «Η υποχρέωση να επενδύσουν τα μισά λεφτά που θα πάρουν για τις βιομηχανίες παραμένει, δεν έχει αρθεί και θα πρέπει τα έργα αυτά να λειτουργήσουν μέσα σε τέσσερα χρόνια. Αυτό θα πρέπει να το αξιολογήσει η ελληνική βιομηχανία. Αν μπορεί να σηκώσει αυτά τα βάρη», δηλώνει αρμόδιος κυβερνητικός παράγοντας.
Στη βιομηχανία το συγκεκριμένο μέτρο είναι γνωστό εκ των προτέρων και αναμένει από την κυβέρνηση να ασκήσει πίεση στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο της διαβούλευσης για την περαιτέρω βελτίωση του CISAF. «Eνα μέτρο ελάφρυνσης του κόστους ρεύματος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως καθαρή κερδοφορία για επενδύσεις», τονίζουν στην «Κ» εκπρόσωποι του κλάδου. Η βιομηχανία εκτιμά ότι τα μέτρα είναι συνολικότερα προς τη σωστή κατεύθυνση, προσθέτουν μια επιπλέον επιδότηση πέραν της αντιστάθμισης για κάποιες επιχειρήσεις και ανοίγουν τον δρόμο για να ωφεληθούν και βιομηχανίες που δεν παίρνουν αντιστάθμιση.
Το ΥΠΕΝ αξιολογεί την πρόταση της Κομισιόν για να καταθέσει τα σχόλιά του στην Ε.Ε. και σύμφωνα με ένα πρώτο υπολογισμό, το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος από την εφαρμογή της υπολογίζεται γύρω στα 100-200 εκατ. ευρώ, ανάλογα με την περίμετρο των επιχειρήσεων που θα καλύψει.

