Το στοίχημα των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Το στοίχημα των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος στρέφεται στη διαρθρωτική ενίσχυση και τη διαφοροποίησή του

το-στοίχημα-των-ταμείων-επαγγελματικ-564380908 Tα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης καλύπτουν μόλις περίπου 55.000 ασφαλισμένους, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία τους αντιστοιχούν γύρω στο 1% του ΑΕΠ, έναντι άνω του 50% κατά μέσον όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. [SHUTTERSTOCK]
Tα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης καλύπτουν μόλις περίπου 55.000 ασφαλισμένους, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία τους αντιστοιχούν γύρω στο 1% του ΑΕΠ, έναντι άνω του 50% κατά μέσον όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. [SHUTTERSTOCK]

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η υπογεννητικότητα οδηγούν σε φθίνουσα αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους, ενώ οι αλλαγές στην αγορά εργασίας, η μεγαλύτερη επαγγελματική κινητικότητα, οι νέες μορφές απασχόλησης και η ανάγκη διατήρησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας διαμορφώνουν ένα περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο στο οποίο σχεδιάστηκαν τα παραδοσιακά διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Μετά τις παραμετρικές παρεμβάσεις της προηγούμενης δεκαετίας, η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος στρέφεται πλέον στη διαρθρωτική ενίσχυση και τη διαφοροποίησή του, με βασικό μέλημα οι νέες γενιές εργαζομένων να διασφαλίσουν συνταξιοδοτική ασφάλεια και ικανοποιητικά επίπεδα διαβίωσης.

Οι ανωτέρω προκλήσεις αναδεικνύουν την ανάγκη να συμπληρωθεί ο δημόσιος πυλώνας από ισχυρούς μηχανισμούς κεφαλαιοποιητικής αποταμίευσης, οι οποίοι ενισχύουν τόσο τη βιωσιμότητα του συνολικού συστήματος όσο και την επάρκεια των μελλοντικών παροχών. Σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες οικονομίες, η κατεύθυνση αυτή εκφράζεται μέσα από την ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα και ιδιαίτερα των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ).

Παρά τη θεσμική παρουσία τους για πάνω από είκοσι έτη, τα ΤΕΑ δεν έχουν αποκτήσει ακόμη στη χώρα μας το μέγεθος και τη διείσδυση που παρατηρείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ο δεύτερος πυλώνας αναπτύσσεται επί δεκαετίες. Ενδεικτικά, τα ΤΕΑ καλύπτουν σήμερα μόλις περίπου 55.000 ασφαλισμένους, ενώ τα περιουσιακά τους στοιχεία αντιστοιχούν γύρω στο 1% του ΑΕΠ, έναντι άνω του 50% κατά μέσον όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, με συνέπεια σημαντικός όγκος αποταμιεύσεων να παραμένει αδρανής, αντί να κατευθύνεται σε πιο παραγωγικές τοποθετήσεις.

Η ανάπτυξη της συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης περιορίστηκε από μια σειρά οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών παραγόντων. Η μακροχρόνια κυριαρχία του πρώτου, αναδιανεμητικού, πυλώνα ο οποίος για μεγάλο διάστημα λειτούργησε ως σχεδόν αποκλειστικός μηχανισμός συνταξιοδοτικής προστασίας προσφέροντας υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης, διαμόρφωσε την αντίληψη ότι η εξασφάλιση εισοδήματος μετά την εργασία αποτελεί πρωτίστως κρατική ευθύνη, περιορίζοντας το ενδιαφέρον για συμπληρωματικά σχήματα. Η μακρά και βαθιά οικονομική ύφεση της περασμένης δεκαετίας, το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα και τα αρνητικά ποσοστά αποταμίευσης των νοικοκυριών λειτούργησαν επίσης αποτρεπτικά, ενώ η παραδοσιακή προτίμηση των Ελλήνων στην αγορά ακινήτων, η οποία λειτουργεί, ουσιαστικά, ως ένας επιπλέον άτυπος πυλώνας προστασίας, υποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τη ζήτηση για θεσμικά συνταξιοδοτικά προϊόντα. Στους παράγοντες αυτούς προστίθενται η περιορισμένη χρηματοοικονομική παιδεία, οι δυσχέρειες στη δημιουργία πολυεργοδοτικών ταμείων και, πάνω απ’ όλα, ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης που υποδαυλίζεται από τη φορολογική αβεβαιότητα λόγω των συχνών αλλαγών στο φορολογικό πλαίσιο.

Η ισχνή ανάπτυξη του πυλώνα ΙΙ συνιστά μια χαμένη ευκαιρία για την ελληνική οικονομία. Σε ατομικό επίπεδο, η ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα θα προσέφερε στους ασφαλισμένους πρόσθετο εισόδημα πέραν της κρατικής σύνταξης, βελτιώνοντας τα ποσοστά αναπλήρωσης και περιορίζοντας τον κίνδυνο φτώχειας κατά τη συνταξιοδότηση. Για τις επιχειρήσεις, τα ΤΕΑ θα μπορούσαν να αποτελέσουν εργαλείο προσέλκυσης και αφοσίωσης του ανθρώπινου δυναμικού τους, πρακτική που ακολουθείται ευρέως σε άλλες χώρες, ενώ παράλληλα θα λειτουργούσαν και ως κίνητρο περιορισμού της αδήλωτης εργασίας.

Η συμβολή των επαγγελματικών ταμείων, ωστόσο, δεν εξαντλείται μόνο στην παροχή μιας συμπληρωματικής σύνταξης, αλλά έχει και μία σημαντική μακροσκοπική και αναπτυξιακή διάσταση. Σε μια οικονομία με ιστορικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, η συστηματική συγκέντρωση κεφαλαίων με πολυετή ορίζοντα δημιουργεί νέους πόρους που μπορούν να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις, έργα υποδομής και ενεργειακές ή ψηφιακές επενδύσεις, ενισχύοντας παράλληλα το βάθος και τη ρευστότητα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Οι πρόσθετες αυτές επενδύσεις θα βελτιώσουν τον παραγωγικό εξοπλισμό και τη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας, με οφέλη βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, καθώς τα επαγγελματικά ταμεία λειτουργούν διεθνώς ως θεσμικοί επενδυτές μακράς πνοής που ενισχύουν την επενδυτική δραστηριότητα και δημιουργούν ευνοϊκότερες συνθήκες για καινοτόμες παραγωγικές πρωτοβουλίες.

Η πρόκληση των επόμενων δεκαετιών είναι να μετατραπούν τα επαγγελματικά ταμεία σε έναν από τους βασικούς πυλώνες συνταξιοδοτικής επάρκειας.

Η ουσιαστική επέκταση του δεύτερου πυλώνα, ώστε να αποκτήσει την κρίσιμη μάζα που απαιτείται, δεν θα προκύψει αυτόματα. Χρειάζεται σταθερό θεσμικό περιβάλλον, αποτελεσματική εποπτεία, μεγαλύτερη πρόσβαση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ενίσχυση της χρηματοοικονομικής παιδείας των πολιτών. Πάνω απ’ όλα, όμως, απαιτεί εμπιστοσύνη.

Υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ένα σαφές φορολογικό πλαίσιο για τις συνταξιοδοτικές παροχές. Το νέο νομοσχέδιο κινείται προς αυτή την κατεύθυνση ανάπτυξης του πυλώνα ΙΙ σε πολλαπλά επίπεδα. Απλοποιεί τη φορολόγηση και τη συνδέει με την ηλικία του ασφαλισμένου, ώστε να ενθαρρύνεται η μακροχρόνια συνταξιοδοτική αποταμίευση. Ταυτόχρονα, διευρύνει την πρόσβαση στον θεσμό μέσω των «ανοικτών» ΤΕΑ, διευκολύνοντας την ένταξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που μέχρι σήμερα δυσκολεύονταν να συμμετάσχουν. Ενισχύει τη διαφάνεια μέσω ψηφιακών εργαλείων συμβάλλοντας στη χρηματοοικονομική παιδεία των πολιτών, ενώ εισάγει τη δυνατότητα φορητότητας των δικαιωμάτων όταν οι εργαζόμενοι αλλάζουν εργοδότη, καθώς και παραμονής στην επαγγελματική ασφάλιση σε περίπτωση ανεργίας, προβλέψεις που αίρουν τα κύρια εμπόδια που περιόρισαν έως σήμερα την ανάπτυξη του θεσμού.

Πάνω απ’ όλα, όμως, οι παρεμβάσεις αυτές αποσκοπούν στη δημιουργία εμπιστοσύνης. Η σταθερότητα των κανόνων και ιδιαίτερα η βεβαιότητα ότι η φορολογική μεταχείριση των παροχών δεν θα μεταβάλλεται αιφνιδιαστικά, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη δημιουργία ισχυρών κινήτρων συμμετοχής σήμερα.

Με αυτή τη μεταρρύθμιση η Ελλάδα κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς ένα πιο ισορροπημένο ασφαλιστικό σύστημα. Η πραγματική πρόκληση των επόμενων δεκαετιών είναι να μετατρέψει τα επαγγελματικά ταμεία από έναν συμπληρωματικό θεσμό περιορισμένης εμβέλειας σε έναν από τους βασικούς πυλώνες συνταξιοδοτικής επάρκειας και διατηρήσιμης οικονομικής μεγέθυνσης.

*Ο κ. Παναγιώτης Καπόπουλος είναι Chief Economist, Alpha Bank.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT