Πάνω από τρία χρόνια επιμηκύνθηκε μέσα σε μία 10ετία ο πραγματικός χρόνος παραμονής των Ελλήνων στην αγορά εργασίας, αντανακλώντας τόσο τις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα όσο και τις βαθιές δημογραφικές μεταβολές που συντελούνται σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το 2025 η διάρκεια του εργασιακού βίου στην Ελλάδα έφτασε στα 35,3 χρόνια, έναντι μόλις 32,1 χρόνων που ήταν το 2014.
Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου στην Ελλάδα αυξήθηκε το 2025 στα 35,3 χρόνια, από 34,8 χρόνια το 2024, επιβεβαιώνοντας μια τάση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια. Αν συγκριθεί μάλιστα με το 2014, πριν από τις μεγάλες ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που αύξησαν σημαντικά τα γενικά και κατήργησαν σταδιακά τα ειδικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, η μεταβολή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Τότε, η εκτιμώμενη διάρκεια παραμονής ενός Ελληνα στην αγορά εργασίας ανερχόταν μόλις στα 32,1 χρόνια. Μέσα σε μία δεκαετία, δηλαδή, ο πραγματικός εργασιακός βίος έχει επιμηκυνθεί κατά περισσότερα από τρία χρόνια.
Βέβαια, ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτυπώνει το νόμιμο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, ούτε σημαίνει ότι όλοι οι πολίτες εργάζονται υποχρεωτικά περισσότερο. Πρόκειται για στατιστική εκτίμηση της συνολικής διάρκειας συμμετοχής ενός ατόμου στην αγορά εργασίας, είτε ως εργαζομένου είτε ως ανέργου, με βάση τα σημερινά ποσοστά απασχόλησης και το προσδόκιμο ζωής. Ωστόσο, η συνεχής αύξησή του καταδεικνύει ότι οι Ελληνες παραμένουν ενεργοί στην αγορά εργασίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με το παρελθόν.
Παρά την άνοδο, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο οποίος το 2025 διαμορφώνεται στα 37,5 χρόνια, έναντι 37,2 το 2024.
Από το 2016 μέχρι σήμερα, ο μέσος ευρωπαϊκός εργασιακός βίος έχει αυξηθεί κατά 2,3 χρόνια, από τα 35,2 στα 37,5 έτη. Πρωταθλήτριες χώρες παραμένουν η Ολλανδία με 44 χρόνια, η Σουηδία με 43,4 και η Δανία με 42,6 χρόνια, ενώ στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται η Ρουμανία με 32,7 χρόνια, η Ιταλία με 33 και η Βουλγαρία με 34,6 χρόνια.
Χάσμα ανδρών – γυναικών
Στην Ελλάδα, οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένουν ιδιαίτερα μεγάλες. Η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου για τους άνδρες φθάνει στα 38,5 χρόνια, ενώ για τις γυναίκες περιορίζεται μόλις στα 31,8 χρόνια, επίδοση που αποτελεί τη δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση μετά την Ιταλία. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις διαχρονικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην ελληνική αγορά εργασίας, τόσο ως προς την πρόσβαση όσο και ως προς τη διάρκεια της επαγγελματικής πορείας τους.
Η αύξηση της πραγματικής διάρκειας παραμονής στην αγορά εργασίας έρχεται την ίδια στιγμή που ο ΟΟΣΑ ανοίγει μια νέα συζήτηση για το μέλλον της απασχόλησης των μεγαλύτερων ηλικιακά εργαζομένων. Ο οργανισμός προτείνει την κατάργηση της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης στις χώρες όπου εξακολουθεί να εφαρμόζεται, υποστηρίζοντας ότι όσοι έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα θα πρέπει να μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, εφόσον το επιθυμούν και μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της θέσης τους. Η πρόταση για πρώτη φορά έρχεται ως δικαίωμα επιλογής του εργαζομένου αλλά και ανάγκη αξιοποίησης της εμπειρίας του από τις επιχειρήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν οξύτατες ελλείψεις προσωπικού.
Οι 50άρηδες
Ωστόσο, τα στοιχεία του ίδιου του ΟΟΣΑ αποκαλύπτουν ότι στην Ελλάδα οι μεγαλύτεροι εργαζόμενοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην επανένταξη στην αγορά εργασίας. Μόλις το 5% των συνολικών προσλήψεων που πραγματοποιήθηκαν το 2023 αφορούσε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών. Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανά κλάδο. Στον τουρισμό και στην εστίαση, όπου οι ανάγκες προσωπικού είναι ιδιαίτερα αυξημένες, το ποσοστό των προσλήψεων εργαζομένων άνω των 50 ετών έφθανε το 26%, στις τέχνες το 19%, στον αγροτικό τομέα περιοριζόταν στο 9%, ενώ στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στον κλάδο του real estate δεν έφθανε ούτε το 1%, αναδεικνύοντας ότι οι ηλικιακές διακρίσεις στις προσλήψεις παραμένουν έντονες σε αρκετούς τομείς της οικονομίας.
Στην Ελλάδα, η υποχρεωτική συνταξιοδότηση ισχύει μόνο στο Δημόσιο. Και βέβαια, η παραμονή των συνταξιούχων στην αγορά εργασίας συνοδεύεται με την καταβολή του συνόλου της σύνταξης και την εισφορά 10% από τον μισθό στον ΕΦΚΑ, πέραν των άλλων ασφαλιστικών εισφορών. Από τους περίπου 300.000 συνταξιούχους που συνεχίζουν να εργάζονται, μεγάλη πλειονότητα είναι μισθωτοί και ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ σημαντικός αριθμός αφορά αγρότες, οι οποίοι δεν πληρώνουν εισφορές. Η αύξηση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην επιθυμία πολλών μεγαλύτερων εργαζομένων να παραμείνουν ενεργοί ή να αξιοποιήσουν την εμπειρία τους. Για χιλιάδες συνταξιούχους αποτελεί και οικονομική αναγκαιότητα.
Χαμηλές συντάξεις
Τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Ηλιος» για τις συντάξεις του Ιουνίου δείχνουν ότι το 53,8% των συνταξιούχων λαμβάνει κύρια σύνταξη που δεν υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ μεικτά, δηλαδή περίπου 940 ευρώ καθαρά. Ακόμη χαμηλότερα βρίσκεται το εισόδημα για περισσότερους από έναν στους τρεις συνταξιούχους, καθώς το 34,9% λαμβάνει κύρια σύνταξη έως 700 ευρώ μεικτά ή περίπου 658 ευρώ καθαρά κατά μέσον όρο.

