Πολιτικό κίνδυνο, εξαιτίας μιας ενδεχόμενης αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης, προβλέπει για την Ελλάδα ο Wolfango Piccoli, επικεφαλής γεωπολιτικής στην Consello, εταιρεία συμβούλων CEO και Δ.Σ. στο Λονδίνο. Υπάρχει κίνδυνος, λέει, η πολιτική να γίνει πηγή αβεβαιότητας ή και αστάθειας, σε σύγκριση με τα τελευταία οκτώ χρόνια που ήταν πηγή ισχύος.
Ο έμπειρος αναλυτής, σε συνέντευξή του στην «Κ», εκφράζει ανησυχία για την πιθανή εξέλιξη της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν σε πόλεμο αντοχής, σημειώνοντας ότι οι επιπτώσεις θα είναι άνισες, με την Ελλάδα να πληρώνει ακριβό τίμημα στο ενεργειακό ισοζύγιο και στον πληθωρισμό.
– Τι σας ανησυχεί μετά τη νέα κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και στα Στενά του Ορμούζ σε σχέση με την παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα τις τιμές της ενέργειας;
– Φοβάμαι ότι μπορεί να εξελιχθεί σε πόλεμο αντοχής, γιατί δεν βλέπω σε αυτή τη φάση καμία πλευρά να μπορεί να επικρατήσει. Υπάρχει κίνδυνος να «κολλήσουμε» σ’ έναν πόλεμο όπου ούτε το Ιράν ούτε οι ΗΠΑ μπορούν πραγματικά να νικήσουν. Το Ιράν έχει νόημα να προσπαθήσει να παρατείνει τον πόλεμο, γνωρίζοντας ότι ο Τραμπ αντιμετωπίζει τις ενδιάμεσες εκλογές και ότι οι τιμές του πετρελαίου είναι πολιτικά ευαίσθητες και ως εκ τούτου ελπίζοντας ότι θα υποχρεώσει τον Τραμπ να προσφέρει μια καλύτερη συμφωνία αργότερα. Είναι επίσης ενδιαφέρον να δούμε πόσο γρήγορα κατέρρευσε το μνημόνιο κατανόησης, μετά βίας κράτησε ένα μήνα, υποδεικνύοντας ξεκάθαρα ότι, όταν υπεγράφη, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη δεν συμφωνούσαν πραγματικά στο τι υποτίθεται πως θα επιτύγχανε. Ηταν απλώς ένας συμβιβασμός που εξυπηρετούσε τις ανησυχίες του Ιράν και των ΗΠΑ, αλλά δεν είχε ουσία. Ολα είναι στον αέρα.
Για την παγκόσμια οικονομία, το ζήτημα είναι ποια θα είναι η έκταση και η διάρκεια ενός πιθανού ενεργειακού σοκ, κάτι που δύσκολα μπορεί να προβλεφθεί.
Θα τόνιζα επίσης ότι οι οικονομικές επιπτώσεις θα είναι πολύ διαφορετικές από χώρα σε χώρα. Οι χώρες που εξάγουν ενέργεια, η Νορβηγία, η Ρωσία, οι ΗΠΑ, εφόσον ο πόλεμος συνεχιστεί και μείνουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, θα πάνε καλά, γιατί οι τιμές της ενέργειας θα αυξηθούν και αυτό θα τις ωφελήσει. Οι χώρες που θα υποφέρουν περισσότερο θα είναι οι χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, που εισάγουν όχι μόνο ενέργεια, καθώς ο σχετικός λογαριασμός θα αυξηθεί πολύ, αλλά και άλλα προϊόντα από τον Κόλπο, όπως λιπάσματα, αμμωνία. Συνεπώς οι επιπτώσεις θα είναι άνισες.
– Πού θα τοποθετούσατε την Ελλάδα;
– Η Ελλάδα προφανώς είναι ενεργειακά εξαρτημένη χώρα, επομένως θα μπορούσε να υπάρξει μια άμεση επίπτωση στο μέτωπο αυτό. Υπάρχει επίσης μια έμμεση επίπτωση, στον πληθωρισμό. Στην Ελλάδα το κόστος διαβίωσης, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, είναι η βασική ανησυχία των πολιτών, επομένως τα υψηλότερα τιμολόγια ενέργειας, με τον χειμώνα να πλησιάζει, θα είναι θέμα και θα μπορούσε να ωθήσει την κυβέρνηση να σκεφτεί πολύ προσεκτικά τον χρόνο των εκλογών.

– Πιστεύετε ότι ο διεθνής ρόλος της Τουρκίας έχει αναβαθμιστεί, και αν ναι, έχει αυτό συνέπειες για την Ελλάδα;
– Δεν νομίζω ότι ο ρόλος έχει αλλάξει πολύ. Προφανώς στον Ερντογάν αρέσει να χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση, το χρειάζεται αυτό. Η μόνη περιοχή όπου επωφελήθηκε μέχρι στιγμής η Τουρκία είναι η πολιτική, με τον Τραμπ να μιλάει θετικά για τον Ερντογάν, αλλά πέραν αυτού, επί της ουσίας, δεν έχουμε δει πολλά. Δεν θα υπερτόνιζα αυτό που εμφανίζεται ως νίκη της Τουρκίας. Η άλλη περιοχή όπου ίσως η Τουρκία επωφεληθεί είναι στη Συρία, αλλά εκεί θα έχουν να κάνουν με το Ισραήλ και δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Τραμπ θα μπορέσει να ελέγξει τις ισραηλινές φιλοδοξίες στη Συρία, προς όφελος της Τουρκίας. Θα τόνιζα επίσης ότι παρά τον θετικό θόρυβο που κάνει η Τουρκία στη διεθνή αρένα, η βασική έγνοια του Ερντογάν είναι στο εσωτερικό του μέτωπο, στην επανεκλογή του, και δεδομένης της οικονομικής κατάστασης και ειδικότερα του πολύ υψηλού πληθωρισμού, αντιμετωπίζει πολύ δύσκολη μάχη επανεκλογής.
Δεν νομίζω ότι ο ρόλος έχει αλλάξει πολύ. Προφανώς στον Ερντογάν αρέσει να χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση, το χρειάζεται αυτό. Η μόνη περιοχή όπου επωφελήθηκε μέχρι στιγμής η Τουρκία είναι η πολιτική, με τον Τραμπ να μιλάει θετικά για τον Ερντογάν, αλλά πέραν αυτού, επί της ουσίας, δεν έχουμε δει πολλά.
– Τώρα που τελειώνει η δεύτερη θητεία της κυβέρνησης, πώς θα αξιολογούσατε την επίδοσή της στις μεταρρυθμίσεις;
– Νομίζω ότι ήταν λίγο χαμένη ευκαιρία, ότι υπήρχε περιθώριο να κάνει περισσότερα, ειδικά δεδομένης της στήριξης από το Ταμείο Ανάκαμψης. Κάποιες κρίσεις δεν τις διαχειρίστηκε σωστά, από το Predator έως τα Τέμπη, και αυτό περιόρισε τις δυνατότητές της να προχωρήσει περαιτέρω. Από την άλλη, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το διεθνές περιβάλλον ήταν πολύ δύσκολο και αυτό απαίτησε πολλή προσοχή εκ μέρους της. Τώρα που τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης, στο οποίο η Ελλάδα ήταν από τους μεγαλύτερους ωφελημένους, η πρόκληση είναι να δρομολογήσει επενδύσεις για να αυξηθεί το ΑΕΠ στο μέλλον. Το 2025 οι επενδύσεις είχαν τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην ανάπτυξη για πρώτη φορά μετά την πανδημία, αλλά αν κοιτάξουμε τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η συνεισφορά των επενδύσεων στο ΑΕΠ της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο. Επομένως η πρόκληση από το 2027 και μετά θα είναι πώς να διατηρήσει τη συμμετοχή των επενδύσεων περίπου στο επίπεδο του 2025.
– Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό;
Το πρώτο εμπόδιο είναι το πολιτικό. Ενα από τα πλεονεκτήματα που είχαν οι Ελληνες τα προηγούμενα χρόνια ήταν η πολιτική σταθερότητα, μια σταθερή, ισχυρή μονοκομματική και γενικά φιλική προς την επιχειρηματικότητα κυβέρνηση. Αυτή η βεβαιότητα τώρα φαίνεται να εξαφανίζεται γρήγορα. Παρότι δεν έχουμε ακόμη ημερομηνία εκλογών, η χώρα βρίσκεται ήδη σε εκλογική τροχιά και το περιβάλλον δεν είναι ξεκάθαρο – θα μπορούσαμε να δούμε πολυδιάσπαση του πολιτικού χώρου και δυσκολία σχηματισμού κυβέρνησης. Η ανησυχία εδώ είναι ότι εξαιτίας μιας παρατεταμένης αβεβαιότητας, ίσως δούμε να αναβάλλονται επενδυτικές αποφάσεις, επιβράδυνση των ξένων άμεσων επενδύσεων κτλ. Είναι νωρίς ακόμη. Θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα των εκλογών. Πάντως, σε σύγκριση με τα τελευταία οκτώ χρόνια, υπάρχει σαφώς κίνδυνος η πολιτική, αντί να είναι πηγή ισχύος, να γίνει πηγή αβεβαιότητας στην καλύτερη περίπτωση και ίσως αστάθειας στη χειρότερη.
Τώρα που τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης, στο οποίο η Ελλάδα ήταν από τους μεγαλύτερους ωφελημένους, η πρόκληση είναι να δρομολογήσει επενδύσεις για να αυξηθεί το ΑΕΠ στο μέλλον. Η πρόκληση από το 2027 και μετά θα είναι πώς να διατηρήσει τη συμμετοχή των επενδύσεων περίπου στο επίπεδο του 2025.
Οσον αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, υπάρχει ήδη διάλογος για το αν ήταν επιτυχημένο ή όχι – νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς να κρίνουμε. Το ΤΑΑ ήταν σημαντικό στην παροχή χρηματοδότησης, αλλά η σημασία του για μια χώρα όπως η Ελλάδα ή και η Ιταλία ήταν η δυνατότητά του να μεταμορφώσει την οικονομία, να αυξήσει την παραγωγικότητα κ.τ.λ. Είναι νωρίς να πούμε αν αυτό πέτυχε στην Ελλάδα ή όχι.

