Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαφαινόμενη «κοιλάδα του θανάτου» λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους κατά την επόμενη δεκαετία, η οποία απειλεί να διαβρώσει τη βιομηχανική βάση της, ακόμη και αν υλοποιηθεί το φιλόδοξο νέο της σχέδιο για τον διπλασιασμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2040. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την Παρασκευή το σχέδιο δράσης «Electrification Action Plan», με στόχο την αύξηση του μεριδίου ηλεκτρικής ενέργειας στη συνολική τελική κατανάλωση ενέργειας από περίπου 23% που είναι σήμερα σε 46% έως το 2040. Η στρατηγική επιδιώκει να επιταχύνει την ηλεκτροδότηση των μεταφορών, των κτιρίων και της βιομηχανίας, αντιμετωπίζοντας παράλληλα ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά παράδοξα της Ευρώπης: ο ηλεκτρισμός είναι συχνά ακριβότερος από τα ορυκτά καύσιμα που οι αρχές θέλουν να εγκαταλείψουν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μετατροπή της Ευρώπης στην πρώτη «ηλεκτρο-ήπειρο» στον κόσμο θα μείωνε δραματικά την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και θα περιόριζε το κόστος εισαγωγής ενέργειας της Ένωσης έως και 260 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2040. Σε μια εποχή που η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί γεωπολιτική προτεραιότητα, η ελκυστικότητα της πρότασης είναι προφανής. Το ίδιο όμως ισχύει και για την πρόκληση. Η Ευρώπη εξακολουθεί να βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και ο άνθρακας αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 60% του συνολικού ενεργειακού μείγματος της ΕΕ, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν μόλις το ένα πέμπτο. Ενώ η ήπειρος έχει επεκτείνει ραγδαία την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με τεράστιο κόστος, έχει σημειώσει πολύ μικρότερη πρόοδο στην ηλεκτροδότηση των τομέων που καταναλώνουν την περισσότερη ενέργεια, ιδίως των μεταφορών, της βιομηχανίας και της θέρμανσης. Το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας στη συνολική κατανάλωση ενέργειας παραμένει γύρω στο 23% για πάνω από μία δεκαετία. Αυτή η αναντιστοιχία υπογραμμίζει το μέγεθος της πρόκλησης, μια προσπάθεια που θα μπορούσε να καθορίσει τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας για την επόμενη δεκαετία. Την επείγουσα ανάγκη επιτάχυνσης αυτής της μετατόπισης υπογράμμισε η ενεργειακή κρίση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Οι συνέπειες για τη βιομηχανία ήταν βαθιές. Η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας προκάλεσε μια παρατεταμένη συρρίκνωση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των αγορών ορυκτών καυσίμων. Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν στο τέλος Φεβρουαρίου, ο λογαριασμός εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής έχει αυξηθεί κατά περίπου 50 δισ. ευρώ, προσθέτοντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν υπερδιπλάσιες από αυτές των ΗΠΑ και περίπου 50% υψηλότερες από ό,τι στην Κίνα, αφήνοντας τις ενεργοβόρες βιομηχανίες σε διαρθρωτικό μειονέκτημα. Για το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης δεκαετίας, η Ευρώπη θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να διατηρήσει τις ενεργοβόρες βιομηχανίες ανταγωνιστικές, επεκτείνοντας παράλληλα τομείς που απαιτούν ηλεκτρική ενέργεια, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και τα κέντρα δεδομένων. Η ηλεκτροδότηση της ηπείρου δεν είναι πλέον απλώς μια κλιματική φιλοδοξία. Για μια περιοχή με περιορισμένους εγχώριους πόρους ορυκτών καυσίμων, χρόνια έκθεση σε γεωπολιτικούς ενεργειακούς κραδασμούς και ολοένα και πιο ακριβές εισαγωγές καυσίμων, έχει γίνει οικονομική αναγκαιότητα. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι βιομηχανίες της Ευρώπης μπορούν να επιβιώσουν για αρκετό καιρό ώστε να αποκομίσουν τα οφέλη.

