«Φάγαμε πολλές πόρτες μέχρι να βρούμε επενδυτές»

«Φάγαμε πολλές πόρτες μέχρι να βρούμε επενδυτές»

Τρεις Ελληνες startuppers μιλούν στην «Κ» για το δύσκολο ταξίδι αναζήτησης χρηματοδότησης

6' 51" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το email ανοίγει και από τις πρώτες κιόλας λέξεις είχε μαντέψει την κατάληξή του. «Η ιδέα σας είναι πολύ καλή, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ευθυγραμμίζεται με το επενδυτικό μας πλάνο». Μια ακόμη από τις δεκάδες –σχεδόν πανομοιότυπες– απαντήσεις είχε φτάσει στο inbox του Δημήτρη Κούτρα και της ομάδας Agroverse, αφού είχαν προηγηθεί συναντήσεις και παρουσιάσεις με υποψήφιους επενδυτές. «Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, ορισμένοι επενδυτές έδιναν και χρήσιμο feedback. Τουλάχιστον όσοι είχαν τη διάθεση να κατανοήσουν αυτό που κάνουμε. Ελεγαν, για παράδειγμα, ότι το εγχείρημά σας δεν είναι επενδύσιμο γιατί έχει μεγάλο τεχνολογικό ρίσκο. Αυτό σε βοηθάει να καταλάβεις λίγο πώς σκέφτονται, πώς πρέπει να τους προσεγγίσεις», προσθέτει στην «Κ», ο κ. Κούτρας καθώς ανακαλεί στη μνήμη του όλες εκείνες τις στιγμές που κάθισε στο ίδιο τραπέζι με υποψήφιους επενδυτές επιχειρώντας να λάβει το πολυπόθητο «ναι». Αλλωστε παγκοσμίως μόλις ένα μικρό μονοψήφιο ποσοστό νεοφυών επιχειρήσεων καταφέρνει κάθε χρόνο να λάβει το πράσινο φως από τους επενδυτές, αφού η άντληση κεφαλαίων στον χώρο των startups είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.

«Φάγαμε πολλές πόρτες μέχρι να βρούμε επενδυτές»-1
Ο Δημήτρης Κούτρας, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Agroverse.

Αγωνία για την επόμενη ημέρα. Αυτό ήταν το συναίσθημα που κατά καιρούς κυρίευε τους τρεις επιχειρηματίες οι οποίοι μίλησαν στην «Κ», καθώς έστηναν και στήνουν ακόμη τη δική τους startup. Και μπορεί η αναζήτηση χρηματοδότησης να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι σε κάθε επιχειρηματικό ταξίδι, όμως δεν παύει να είναι και ένα κρας τεστ για την ίδια την ομάδα, τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και για την πίστη τους σε αυτό που θέλουν να υλοποιήσουν.

Κάποιοι παρομοιάζουν την περίοδο όπου η μια απόρριψη διαδεχόταν την άλλη με το λεγόμενο «valley of death». «Είναι ένας λάκκος που αρχίζει και σε ρουφάει. Δεν έχεις πελάτες, η ιδέα σου φαίνεται να μην έχει απήχηση και τα λεφτά μειώνονται γιατί παράλληλα τρέχουν τα έξοδα», περιγράφει από την πλευρά του στην «Κ» ο Σπύρος Αντωνάτος, συνιδρυτής της Cymph – εταιρεία του 2024 με έδρα την Εσθονία και το κέντρο Ερευνας και Ανάπτυξης στο Ηράκλειο Κρήτης. Εάν και είχε δουλέψει στο παρελθόν σε μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού, όπως στην ΙΒΜ στη Ιρλανδία, πλέον ως συνιδρυτής τα καθήκοντα πολλαπλασιάστηκαν. «Κάθε μέρα κάνουμε 10 διαφορετικά πράγματα. Το πρωί μπορεί να κάνω πληρωμές, το μεσημέρι να μιλάω σε υποψήφιους πελάτες και το βράδυ να κάνω αναφορές. Εκτίθεσαι πραγματικά στα πάντα».

Είναι ένας λάκκος που αρχίζει και σε ρουφάει. Δεν έχεις πελάτες, η ιδέα σου φαίνεται να μην έχει απήχηση και τα λεφτά μειώνονται γιατί παράλληλα τρέχουν τα έξοδα, τονίζει ο Σπύρος Αντωνάτος.

Ορισμένοι τα βρήκαν δύσκολα ήδη από τα πρώτα τους επιχειρηματικά βήματα, άλλοι βρήκαν εμπόδια σε επόμενο στάδιο, καθώς υπήρχε ανάγκη για επιπλέον κεφάλαια με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη του προϊόντος. «Μπήκαμε σε έναν accelerator στην Εσθονία και έπειτα ήρθαμε σε επαφή με κάποιους επενδυτές στην Ευρώπη. Αρκετοί όμως μας απέρριψαν για διάφορους λόγους. Εκεί αποθαρρυνθήκαμε, αλλά ταυτόχρονα πεισμώσαμε», αναφέρει ο κ. Αντωνάτος, που μαζί με τους υπόλοιπους συνιδρυτές έχει αναπτύξει πλατφόρμα η οποία «σκανάρει» και αξιολογεί το επίπεδο κυβερνοασφάλειας των υποδομών ενός οργανισμού, βοηθώντας να οργανώσει, να αξιολογήσει και να βελτιώσει τις διαδικασίες απόκρισης σε περιστατικά ασφαλείας. «Μπορεί να μην τα λέγαμε και εμείς καλά. Ισως να φαινόμασταν βαρετοί. Να, τώρα άνοιξα την παρουσίαση που είχαμε κάνει σε έναν επενδυτή πριν από 1,5 χρόνο. Ούτε εγώ δεν θα επένδυα σε εμάς», λέει γελώντας. «Οπότε περάσαμε αυτό που λέμε valley of death, η φάση που μετράς πώς θα βγει ο μήνας». Αποφάσισαν λοιπόν να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι το εγχείρημα, βάζοντας από την τσέπη τους «χοντρικά περίπου 40.000-50.000 ευρώ». Και κάπως έτσι, τώρα μετρούν κάποιους πελάτες, έχουν αναλάβει πρότζεκτ σε μεγάλους οργανισμούς και συμμετέχουν και σε ευρωπαϊκό έργο. «Εδώ που τα λέμε και οι επενδυτές είναι ένας γάμος. Αμα δεν ταιριάζεις, δεν μπαίνεις στη διαδικασία μόνο και μόνο για να αντλήσεις κεφάλαια».

«Φάγαμε πολλές πόρτες μέχρι να βρούμε επενδυτές»-2
Ο Σπύρος Αντωνάτος, συνιδρυτής της Cymph, που δραστηριοποιείται στην κυβερνοασφάλεια.

Ο Δημήτρης Κούτρας, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Agroverse, αλλά και ο Δημήτρης Ιακωβάκης, συνιδρυτής της startup ψηφιακής υγείας Koios Care, σήκωσαν τα πρώτα τους λεφτά σχετικά εύκολα. Αργότερα, καθώς δημιουργούσε ο καθένας το προϊόν του, άρχισε μια δύσκολη μάχη για την εξεύρεση νέας χρηματοδότησης. «Αντλήσαμε γύρω στα 750.000 ευρώ το 2023. Ωστόσο από το τέλος του 2024 μέχρι τα μέσα του 2025 ουσιαστικά τα κεφάλαια στέρευαν», αναφέρει ο κ. Ιακωβάκης. Ο ίδιος μαζί με τον Κωνσταντίνο Κυρίτση έχουν φτιάξει μια εφαρμογή για ασθενείς με Πάρκινσον που εγκαθίσταται σε συσκευές όπως τα κινητά τηλέφωνα αλλά και τα smartwatches. «Και οι δύο είμαστε ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, γνωριστήκαμε κατά τη διάρκεια του διδακτορικού μας, αφού δουλέψαμε σε ένα ευρωπαϊκό πρότζεκτ με θέμα την έγκαιρη διάγνωση και παροχή φροντίδας σε ανθρώπους με Πάρκινσον», σημειώνει. «Το πρότζεκτ ταξίδεψε μέχρι το Σιάτλ, στη Microsoft, ενώ απέσπασε και βραβείο». Αφού είδαν πως ταιριάζουν μετουσίωσαν τη γνώση τους σε εμπορικό προϊόν ιδρύοντας την Koios Care. Μέσα από τα δεδομένα που αντλεί η εφαρμογή από τις κινήσεις του σώματος, παρακολουθεί τα συμπτώματα του ασθενούς, τα παρουσιάζει στον ίδιο αλλά και στον γιατρό και έπειτα τους βοηθάει να ρυθμίσουν καλύτερα την αγωγή του. «Ζοριστήκαμε πολύ. Παρότι είχαμε αποδείξεις πως αυτό που κάνουμε δουλεύει, δυσκολευτήκαμε να βρούμε ανθρώπους και επενδυτές που να πιστεύουν στην ιδέα μας», αναφέρει ο κ. Ιακωβάκης. «Μοιραία μπαίνεις σε μια διαδικασία που αναρωτιέσαι εάν αυτό αξίζει, μήπως πρέπει να κάνω κάτι άλλο ή μήπως χάνω χρόνο», εξηγεί. «Τρέξαμε πολύ, πηγαίναμε σε διάφορα events, φάγαμε πολλές πόρτες».

«Φάγαμε πολλές πόρτες μέχρι να βρούμε επενδυτές»-3
Ο Δημήτρης Ιακωβάκης, συνιδρυτής της startup ψηφιακής υγείας Koios Care.

Παρά τις απορριπτικές απαντήσεις που έλαβε ο κ. Κούτρας στα email του, για εκείνον και την ομάδα «παρηγοριά ήταν η ιδέα, οι θετικές αντιδράσεις και ο ενθουσιασμός δυνητικών πελατών όταν παρουσίαζαν δοκιμαστική έκδοση του προϊόντος», όπως εξηγεί χαρακτηριστικά. Το προϊόν της εταιρείας συνοψίζεται με τη φράση που έχει η Agroverse στην ιστοσελίδα της. «Our robots get the job done». Το ρομπότ-αγρότης της ομάδας είναι ένα ηλεκτρικό όχημα που λειτουργεί σαν το… Uber. O παραγωγός μπορεί να το παραγγείλει απ’ όπου βρίσκεται και να αναλάβει αντί εκείνου αγροτικές εργασίες, όπως η κοπή των χόρτων και ο ψεκασμός της καλλιέργειας. Ηδη η εταιρεία έχει φτιάξει τρία τέτοια οχήματα, από τα συνολικά 15 που έχει προγραμματίσει, με σκοπό να τα διαθέσει σε οινοποιεία αλλά και σε αυτόνομους παραγωγούς σε όλη την Ελλάδα. Υπήρχε όμως ένα διάστημα που η ομάδα, όπως μας λέει ο κ. Κούτρας, έφτασε ψυχολογικά σε οριακό σημείο. «Η αλήθεια είναι πως τα πρώτα λεφτά τα εξασφαλίσαμε εύκολα, καταφέραμε να τα αντλήσουμε απλώς με την ιδέα μας. Δεν υπήρχε ακόμη εταιρεία, μόνο ένα powerpoint». Οι πρώτες 250.000 ευρώ έφτασαν περίπου για 1,5 χρόνο. «Θέλαμε να φτιάξουμε κάτι που απαιτούσε κεφάλαια, γιατί το προϊόν βασίζεται στο hardware, τα υλικά μόνο είναι ακριβά. Χτυπήσαμε την πόρτα σε κάποια ευρωπαϊκά και ελληνικά venture capital funds, πάντα όμως άκουγες κάτι διαφορετικό». Για τον κ. Κούτρα, έτσι είναι η επιχειρηματικότητα. «Εάν μπεις σε αυτή τη διαδικασία, ξέρεις πιθανότατα πως θα περάσεις και αυτή τη φάση. Εμείς μείναμε απλήρωτοι, αλλά το δεχτήκαμε γιατί πιστεύαμε πολύ στην ιδέα. Δεν μας πέρασε ποτέ από το μυαλό να την εγκαταλείψουμε».

Ξέρεις πως θα περάσεις και αυτή τη φάση. Εμείς μείναμε απλήρωτοι, αλλά το δεχτήκαμε γιατί πιστεύαμε στην ιδέα. Δεν μας πέρασε ποτέ από το μυαλό να την εγκαταλείψουμε, αναφέρει ο Δημήτρης Κούτρας.

Καθώς η Ευρώπη προσπαθεί να ανεβάσει στροφές και να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο σε τομείς που πλέον βρίσκονται στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, ορισμένες νεοφυείς επιχειρήσεις με παρουσία ή έδρα στην Ελλάδα επιχειρούν να παίξουν ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Εάν και οι ρυθμοί, όπως βλέπουν και στελέχη της αγοράς, είναι υποτονικοί, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, από τις αρχές του έτους μέχρι σήμερα ελληνικές νεοφυείς εταιρείες έχουν αντλήσει πάνω από 300 εκατ. δολ. από Ελληνες και διεθνείς επενδυτές. Βέβαια τη μερίδα του λέοντος συγκεντρώνει μόλις μια εταιρεία. Πρόκειται για την Axelera AI, η οποία εξειδικεύεται στην ανάπτυξη προηγμένων ενεργειακά αποδοτικών τσιπ ΑΙ. Η εταιρεία με έδρα την Ολλανδία και παρουσία στη χώρα μας εξασφάλισε 250 εκατ. δολ. με τη συμμετοχή νέων επενδυτών, όπως η BlackRock. Στην κορυφή της λίστας με τα μέχρι τώρα υψηλότερα deals βρίσκεται και η August Robotics του ελληνικής καταγωγής Αλεξ Ουάιατ, ενώ προσφάτως ψήφο εμπιστοσύνης έλαβε και η Acumino του Μηνά Λιαροκάπη, με παρουσία σε Ελλάδα, ΗΠΑ και Νέα Ζηλανδία. H εταιρεία άντλησε πρόσφατα 11,7 εκατ. δολ., στο πλαίσιο γύρου χρηματοδότησης, επιχειρώντας με την τεχνολογία της να καταστήσει τα ρομπότ πιο επιδέξια.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT