Πακέτο στοχευμένων παρεμβάσεων στο σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης των περίπου 670.000 ελευθέρων επαγγελματιών επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο ενόψει της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης, χωρίς να μεταβάλλεται ο βασικός πυρήνας της μεταρρύθμισης που τέθηκε σε εφαρμογή με τον νόμο Χατζηδάκη. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται το ενδεχόμενο να μην εφαρμοστεί η επόμενη αναπροσαρμογή του ελάχιστου τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος, η οποία συνδέεται με την αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ εξετάζεται και σενάριο μείωσής του κατά 10%-20% για συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών. Παράλληλα, εξετάζονται αλλαγές στις προσαυξήσεις που επιβάλλονται λόγω των ετών άσκησης της δραστηριότητας, της μισθοδοσίας και του κύκλου εργασιών, καθώς και διεύρυνση των υφιστάμενων εκπτώσεων.
Οι παρεμβάσεις προγραμματίζεται να ισχύσουν για το φορολογικό έτος 2026, δηλαδή για τα εισοδήματα που θα δηλωθούν το 2027, και αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης αναμόρφωσης του πλαισίου φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο σχεδιασμός του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει ότι το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των αλλαγών δεν θα υπερβεί τα 100-150 εκατ. ευρώ, καθώς στόχος είναι οι παρεμβάσεις να παραμείνουν στοχευμένες και να μην επηρεάσουν ουσιαστικά την απόδοση του μέτρου στα φορολογικά έσοδα.
Παράλληλα, από το 2027 αναμένεται να τεθούν σε εφαρμογή οι αλλαγές στη φορολογική κλίμακα των ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίες εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τη συνολική φορολογική επιβάρυνση για αρκετές κατηγορίες φορολογουμένων, ιδίως για νέους επαγγελματίες και οικογένειες με παιδιά.
Το οικονομικό επιτελείο εξετάζει παρεμβάσεις σε επιμέρους παραμέτρους του τεκμαρτού συστήματος, με στόχο να περιοριστούν οι στρεβλώσεις που έχουν αναδειχθεί κατά την εφαρμογή του και να βελτιωθεί η λειτουργία του πλαισίου. Μεταξύ των προτάσεων που βρίσκονται στο τραπέζι περιλαμβάνονται:
• Η διεύρυνση των κατηγοριών που δικαιούνται μειωμένο τεκμαρτό εισόδημα.
• Η αύξηση των ποσοστών μείωσης για συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών.
• Η επανεξέταση των προσαυξήσεων που συνδέονται με τα χρόνια άσκησης της δραστηριότητας.
• Η αναπροσαρμογή των επιβαρύνσεων που προκύπτουν από τη μισθοδοσία και τον κύκλο εργασιών.
• Η επέκταση των απαλλαγών για νέους επαγγελματίες σε περιοχές με χαμηλό πληθυσμό ή περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σύνδεση του ελάχιστου τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος με τον κατώτατο μισθό. Με το ισχύον πλαίσιο, κάθε αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού οδηγεί σε αντίστοιχη αύξηση του ελάχιστου εισοδήματος επί του οποίου φορολογείται ο επαγγελματίας, ακόμη και όταν τα πραγματικά οικονομικά του δεδομένα παραμένουν αμετάβλητα. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται δύο βασικά σενάρια. Το πρώτο προβλέπει να μην εφαρμοστεί η επόμενη αναπροσαρμογή του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος. Το δεύτερο προβλέπει μείωσή του κατά 10%-20% για συγκεκριμένες κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών και ατομικών επιχειρήσεων.
Στόχος είναι να περιοριστεί η αυτόματη αύξηση της φορολογικής βάσης σε περιπτώσεις όπου η πραγματική οικονομική δραστηριότητα δεν ακολουθεί την εξέλιξη του κατώτατου μισθού.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται και οι προσαυξήσεις που αυξάνουν το τεκμαρτό εισόδημα ανάλογα με τα χρόνια λειτουργίας της επιχείρησης, το ύψος της μισθοδοσίας και τον κύκλο εργασιών. Με το ισχύον καθεστώς, για επαγγελματίες χωρίς προσωπικό προβλέπεται προσαύξηση 10% για δραστηριότητα από 7 έως 9 έτη, 20% για 10 έως 12 έτη και 30% για περισσότερα από 12 έτη λειτουργίας. Παράλληλα, για επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζομένους το ελάχιστο εισόδημα αυξάνεται κατά 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας, με ανώτατο όριο τα 15.000 ευρώ, καθώς και κατά 5% της διαφοράς μεταξύ του κύκλου εργασιών της επιχείρησης και του μέσου κύκλου εργασιών του κλάδου βάσει ΚΑΔ.
Οι συγκεκριμένοι συντελεστές εξετάζεται να αναθεωρηθούν, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργούν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ του τεκμαρτού και του πραγματικού εισοδήματος.
Οι εκπτώσεις
Στις παρεμβάσεις περιλαμβάνεται και η αναθεώρηση του πλαισίου των μειώσεων που ήδη προβλέπει η νομοθεσία. Σήμερα κατά 50% μειώνεται το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα για άτομα με αναπηρία από 67% έως 79%, για επαγγελματίες που κατοικούν και δραστηριοποιούνται σε οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 500 κατοίκων ή σε μικρά νησιά, καθώς και για πολύτεκνους και γονείς μονογονεϊκών οικογενειών με ανήλικα παιδιά ή εξαρτώμενα τέκνα με αναπηρία τουλάχιστον 67%. Στο τραπέζι βρίσκεται η επέκταση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων, αλλά και η εξέταση πρόσθετων κατηγοριών επαγγελματιών που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης δραστηριότητας.
Ενα ακόμη φορολογικό μέτρο που επί χρόνια αποτελούσε σημείο τριβής για την επιχειρηματική κοινότητα βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο της κυβέρνησης. Το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται την οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, εξετάζοντας διάφορα σενάρια, με στόχο να περιοριστεί η επιβάρυνση των επιχειρήσεων χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να οριστικοποιηθούν εντός του Αυγούστου και να παρουσιαστούν επισήμως το φθινόπωρο, στο πλαίσιο του νέου πακέτου φορολογικών παρεμβάσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχουν τεθεί στο τραπέζι τρεις εναλλακτικές προσεγγίσεις. Η πρώτη προβλέπει την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για όλες τις επιχειρήσεις από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η δεύτερη προβλέπει μεταβατική περίοδο δύο ετών, με σταδιακή κατάργηση έως το 2028, ώστε το δημοσιονομικό κόστος να κατανεμηθεί σε δύο διαδοχικούς προϋπολογισμούς. Η τρίτη δίνει προτεραιότητα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες θα απαλλαγούν πρώτες από την επιβάρυνση, ενώ οι μεγαλύτερες εταιρείες θα ακολουθήσουν έναν χρόνο αργότερα.
Πλήρη κατάργηση από την 1η Ιανουαρίου 2027, σταδιακή έως το 2028 ή ελάφρυνση πρώτα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ένα χρόνο αργότερα των μεγαλύτερων εταιρειών.
Κοινός στόχος και των τριών σεναρίων είναι η κατάργηση μιας πάγιας φορολογικής επιβάρυνσης που επιβάλλεται ανεξάρτητα από την οικονομική εικόνα της επιχείρησης. Το τέλος επιτηδεύματος καταβάλλεται είτε μια εταιρεία παρουσιάζει υψηλή κερδοφορία είτε βρίσκεται σε ζημιογόνο χρήση, στοιχείο που έχει προκαλέσει διαχρονικά αντιδράσεις από τους παραγωγικούς φορείς και την επιχειρηματική αγορά.
Η σχεδιαζόμενη παρέμβαση εντάσσεται στη συνολικότερη πολιτική περιορισμού των μόνιμων φορολογικών επιβαρύνσεων. Ηδη από το 2025 το τέλος επιτηδεύματος καταργήθηκε για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις, ενώ πλέον η κυβέρνηση στρέφει την προσοχή της στις εταιρείες και τις λοιπές νομικές οντότητες, όπως οι Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες (ΙΚΕ), οι Ομόρρυθμες (Ο.Ε.), οι Ετερόρρυθμες (Ε.Ε.), οι Ανώνυμες Εταιρείες (Α.Ε.) και οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ).
Εσοδα 240 εκατ. ευρώ
Σήμερα, οι περισσότερες επιχειρήσεις καταβάλλουν ετήσιο τέλος επιτηδεύματος από 800 έως 1.000 ευρώ, ανάλογα με την περιοχή όπου βρίσκεται η έδρα τους, ενώ επιπλέον επιβαρύνονται για κάθε υποκατάστημα που διατηρούν. Τα έσοδα του Δημοσίου από το συγκεκριμένο μέτρο εκτιμώνται περίπου στα 240 εκατ. ευρώ ετησίως, γεγονός που αποτελεί και τη βασική πρόκληση για την άμεση κατάργησή του.
Σήμερα, οι περισσότερες επιχειρήσεις καταβάλλουν ετήσιο τέλος επιτηδεύματος από 800 έως 1.000 ευρώ, ανάλογα με την περιοχή όπου βρίσκεται η έδρα τους, ενώ επιπλέον επιβαρύνονται για κάθε υποκατάστημα που διατηρούν.
Παρά ταύτα, στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι το δημοσιονομικό κενό μπορεί να καλυφθεί μέσω της αυξημένης εισπραξιμότητας των φόρων, της ανάπτυξης της οικονομίας, της ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης και της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Συγκεκριμένα εξετάζεται:
1. Πλήρης κατάργηση από το 2027. Το πρώτο σχέδιο προβλέπει την οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για όλα τα νομικά πρόσωπα από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η συγκεκριμένη επιλογή αποτελεί το βασικό αίτημα της αγοράς, καθώς προσφέρει άμεση φορολογική ελάφρυνση στο σύνολο των επιχειρήσεων. Ωστόσο, προϋποθέτει ότι ο κρατικός προϋπολογισμός θα καλύψει εξ ολοκλήρου την απώλεια εσόδων, που υπολογίζεται στα 240 εκατ. ευρώ ετησίως.
2. Σταδιακή εφαρμογή σε δύο έτη. Η δεύτερη πρόταση προβλέπει μεταβατικό στάδιο, με τμηματική κατάργηση του τέλους. Μέρος της ελάφρυνσης θα εφαρμοστεί το 2027 και η πλήρης απαλλαγή θα ολοκληρωθεί το 2028. Με αυτόν τον τρόπο το δημοσιονομικό βάρος κατανέμεται σε δύο οικονομικές χρήσεις, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στον σχεδιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής.
3. Προτεραιότητα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το τρίτο σενάριο δίνει έμφαση στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες θα απαλλαγούν από το τέλος επιτηδεύματος ήδη από το 2027. Οι μεγάλες επιχειρήσεις θα ενταχθούν στο μέτρο ένα χρόνο αργότερα. Η λογική της πρότασης βασίζεται στην εκτίμηση ότι μια επιβάρυνση της τάξης των 800 ή 1.000 ευρώ επηρεάζει ουσιαστικά τη ρευστότητα και τις επενδυτικές δυνατότητες μιας μικρής επιχείρησης, ενώ για έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο αποτελεί σχετικά περιορισμένο λειτουργικό κόστος. Παράλληλα, η σταδιακή εφαρμογή περιορίζει την άμεση δημοσιονομική επιβάρυνση.
Το ύψος του τέλους διαφοροποιείται ανάλογα με τη νομική μορφή της επιχείρησης, την περιοχή όπου βρίσκεται η έδρα της και τον αριθμό των υποκαταστημάτων.
Για τα κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα, το ετήσιο τέλος ανέρχεται σε 800 ευρώ όταν η έδρα βρίσκεται σε περιοχή με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους και σε 1.000 ευρώ όταν η έδρα βρίσκεται σε μεγαλύτερη αστική περιοχή.
Για τις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, το αντίστοιχο ποσό διαμορφώνεται στα 400 ευρώ για περιοχές έως 200.000 κατοίκους και στα 500 ευρώ για περιοχές με μεγαλύτερο πληθυσμό. Επιπλέον, επιβάλλεται τέλος και για κάθε υποκατάστημα. Τα κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα καταβάλλουν 600 ευρώ ανά υποκατάστημα, ενώ οι μη κερδοσκοπικές οντότητες επιβαρύνονται με 300 ευρώ για κάθε πρόσθετη εγκατάσταση.

