Εξαιρετικές προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό εμφανίζουν μακρινές αγορές, όπως των ΗΠΑ, της Αυστραλίας και της Ασίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως η νέα μεγάλη επενδυτική και στρατηγική ευκαιρία.
Οι συγκεκριμένες υπερπόντιες αγορές, που απέχουν δηλαδή αεροπορικώς άνω των 6 ωρών, παρά τη γεωγραφική απόσταση, διαθέτουν ήδη ισχυρό αποτύπωμα στα εθνικά έσοδα, καθώς μαζί με τον Καναδά αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο του 11% επί του συνόλου των εισπράξεων, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη σημασία τους, καθώς οι ταξιδιώτες αυτοί πραγματοποιούν διακοπές διάρκειας μεγαλύτερης του μέσου όρου, γεγονός που μεταφράζεται σε υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη και μεγαλύτερη παραμονή στη χώρα. Η έρευνα αποτυπώνει με σαφήνεια τα μερίδια και την κατάταξη της Ελλάδας στις προτιμήσεις των διεθνών επισκεπτών για τους επόμενους 12 μήνες. Η χώρα μας παρουσιάζει εδραιωμένη εικόνα στις παραδοσιακές μακρινές αγορές, καθώς βρίσκεται στη 12η θέση των προτιμήσεων για τους ταξιδιώτες από την Αυστραλία με ποσοστό 9% και από τον Καναδά με 8%, ενώ καταλαμβάνει τη 13η θέση στην αγορά των ΗΠΑ με 8%. Στον αντίποδα, οι ασιατικές αγορές προσφέρουν σημαντικό έδαφος για μελλοντική ανάπτυξη. Στην Κίνα, η Ελλάδα βρίσκεται στην 23η θέση με ποσοστό 6%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη βελτίωση με άνοδο 8 θέσεων σε σχέση με το 2025, όταν βρισκόταν στην 31η θέση με 4%. Στην αγορά της Ινδίας, η χώρα μας κατατάσσεται στην 37η θέση με ποσοστό 4%, σημειώνοντας υποχώρηση κατά 11 θέσεις, η οποία όμως αντιστοιχεί σε οριακή μείωση μόλις 1,6 ποσοστιαίας μονάδας σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.
Πάνω από το 11% των τουριστικών εσόδων προέρχεται από υπερπόντιες αγορές, που απέχουν δηλαδή αεροπορικώς άνω των 6 ωρών.
Στο πεδίο του ανταγωνισμού στη Μεσόγειο, η Γαλλία και η Ιταλία διατηρούν τα πρωτεία, όμως η Ελλάδα επιδεικνύει αξιοσημείωτη δυναμική. Στην ώριμη αγορά της Αυστραλίας, η χώρα μας καταλαμβάνει την τρίτη θέση, ξεπερνώντας την Ισπανία που ακολουθεί στην τέταρτη θέση. Στις υπόλοιπες αγορές, η Ισπανία βρίσκεται στην τρίτη θέση και η Ελλάδα ακολουθεί σταθερά στην τέταρτη, με εξαίρεση την Ινδία όπου βρίσκεται στην πέμπτη θέση, αφήνοντας πίσω της προορισμούς όπως η Πορτογαλία, η Τουρκία και η Κροατία. Οι προοπτικές ενισχύονται από την υψηλή πρόθεση για ταξίδια στο εξωτερικό που καταγράφεται σε αυτές τις ζώνες. Η Ινδία ηγείται, με το εντυπωσιακό 75% των πολιτών της να προγραμματίζει ταξίδι εκτός συνόρων, ακολουθούμενη από την Αυστραλία με 71% και τον Καναδά με 68%. Αντίθετα, οι Αμερικανοί εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι με ποσοστό 54%, ενώ η Κίνα κινείται σε παρόμοια επίπεδα με 56%.
Η διαφοροποίηση των χαρακτηριστικών αυτών των αγορών απαιτεί μια εξειδικευμένη στρατηγική προσέγγιση από τους ελληνικούς τουριστικούς φορείς. Η Αυστραλία αποτελεί την πιο ώριμη και άμεσα αξιοποιήσιμη δεξαμενή επισκεπτών λόγω της θετικής εικόνας και της προτίμησης για ταξίδια μεγάλης διάρκειας. Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς παραμένουν αγορές υψηλής οικονομικής αξίας, με τους ταξιδιώτες τους να εστιάζουν στον πολιτισμό, τη γαστρονομία και τις παραθαλάσσιες εμπειρίες. Από την άλλη πλευρά, η Ασία και ειδικότερα η Ινδία συνιστά τη μεγαλύτερη μεσομακροπρόθεσμη αναπτυξιακή ευκαιρία. Παρά τη χαμηλή τρέχουσα κατάταξη, οι χώρες που προηγούνται της Ελλάδας στην ινδική αγορά έχουν ελάχιστη διαφορά που δεν ξεπερνά τη μία ποσοστιαία μονάδα.
Η ραγδαία άνοδος της ινδικής μεσαίας τάξης, η αναζήτηση νέων προορισμών και η ενίσχυση της αεροπορικής σύνδεσης μεταξύ των δύο χωρών, σε συνδυασμό με την προτίμηση των Κινέζων και των Ινδών για τη φύση και τον παραθαλάσσιο τουρισμό, δημιουργούν το κατάλληλο έδαφος. Η Ελλάδα, διαθέτοντας ισχυρά πλεονεκτήματα, καλείται να κεφαλαιοποιήσει αυτή τη δυναμική με στοχευμένη προβολή.

