Μόλις 9,5% των Ελλήνων διαμένει σε κατοικία που βελτιώθηκε ενεργειακά

Μόλις 9,5% των Ελλήνων διαμένει σε κατοικία που βελτιώθηκε ενεργειακά

Ανησυχητικά τα στοιχεία που αφορούν στο ποσοστό του πληθυσμού που αδυνατεί να διατηρήσει ζεστό το σπίτι τον χειμώνα

2' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στη θεωρία φαίνεται ότι μένει στην Ελλάδα η ανάγκη για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών, καθώς μόλις το 9,5% του πληθυσμού διέμενε το 2025 σε σπίτι του οποίου η ενεργειακή απόδοση είχε βελτιωθεί την τελευταία πενταετία. Πρόκειται για το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε.-27, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η Eurostat, με τον αντίστοιχο μέσο όρο στην Ε.Ε. να είναι 24%. Το ποσοστό, βεβαίως, στην Ελλάδα είναι ακόμη μικρότερο, 7,9%, στον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, ενώ ακόμη και στα υπόλοιπα νοικοκυριά το αντίστοιχο ποσοστό είναι επίσης χαμηλό, μόλις 10,1%.

Τα παραπάνω στοιχεία έρχονται να επιβεβαιώσουν το έντονο φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας, καθώς η μη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών σημαίνει στην πραγματικότητα ότι είναι κρύα τον χειμώνα, ζεστά το καλοκαίρι και επιπλέον έχουν και υγρασία. Ακόμη δε και εάν καταφέρνουν οι ένοικοί τους να διατηρούν τα σπίτια τους δροσερά το καλοκαίρι και ζεστά τον χειμώνα, αυτό γίνεται, με μεγάλη κατανάλωση ενέργειας, άρα με υψηλό κόστος και σημαντική περιβαλλοντική επιβάρυνση.

Ακόμη και όταν γίνονται βελτιώσεις για την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών, αυτές σπάνια αφορούν σε σπίτια προς ενοικίαση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα μόλις το 6,3% των ενοικιαστών ζούσε το 2025 σε σπίτι του οποίου η ενεργειακή απόδοση βελτιώθηκε τα τελευταία 5 χρόνια, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για όσους μένουν σε ιδιόκτητο σπίτι είναι 10,9%.

Πολύ πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία που αφορούν στο ποσοστό του πληθυσμού που αδυνατεί να διατηρήσει ζεστό το σπίτι τον χειμώνα. Τα ποσοστά είναι μεγαλύτερα όσο φτωχότερο είναι ένα νοικοκυριό, ενώ επιβαρυντικός παράγοντας είναι η παλαιότητα των κατοικιών. Ετσι, στην Ελλάδα στο σύνολο του πληθυσμού, το 7,7% που ζει σε σπίτια κατασκευασμένα από το 2011 και έπειτα αδυνατεί να τα διατηρήσει ζεστά τον χειμώνα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 20% στον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Σχεδόν ένας στους τέσσερις Ελληνες που ζουν σε σπίτι κατασκευασμένο πριν από το 1960 αδυνατεί να το διατηρήσει ζεστό, με το ποσοστό αυτό να εκτοξεύεται στο 47,4% στον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Σε επίπεδο Ε.Ε. μόλις το 4,8% που ζει σε σπίτια του 2011 και μεταγενέστερα έχει το πρόβλημα αυτό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον πληθυσμό σε κίνδυνο φτώχειας ανέρχεται σε 15,8%. Φυσικά το ποσοστό ανεβαίνει για όσους κατοικούν σε πολύ παλιά σπίτια, σε 10,1% στον γενικό πληθυσμό και 23,1% στο φτωχότερο τμήμα του.

Αυτοί που μένουν σε παλιότερα σπίτια είναι κυρίως όσοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα πολύ υψηλά ενοίκια στην Ελλάδα στα νεόδμητα, ή ακόμη και σε σπίτια που έχουν κατασκευασθεί την τελευταία 20ετία. Το σχετικά χαμηλότερο ενοίκιο, ωστόσο, δεν σημαίνει και πάλι ότι μπορούν να καλύψουν τις δαπάνες στέγασης. Το 36,3% όσων μένουν σε σπίτια παλαιότερα του 1960 έχει οφειλές για λογαριασμούς ΔΕΚΟ με το ποσοστό να φτάνει στο 63,5% στην περίπτωση του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Εντονο προβληματισμό προκαλεί τέλος ότι το 24% του γενικού πληθυσμού που μένει σε πιο καινούργια σπίτια (του 2011 και μετά) επίσης χρωστά λογαριασμούς ΔΕΚΟ, με το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. να είναι μόλις 5,2%.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT