Ο ακραίος καύσωνας που πλήττει την Ευρώπη δεν αποτελεί μόνο υγειονομική και περιβαλλοντική απειλή, αλλά εξελίσσεται σε σημαντικό μακροοικονομικό κίνδυνο και αναμένεται να αφήσει το «σημάδι» του στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το θερμόμετρο γίνεται πλέον βασικός οικονομικός δείκτης, προειδοποιεί η ING, την ώρα που η Moody’s κάνει λόγο για έναν σημαντικό συστημικό κίνδυνο, εξαιτίας του τεράστιου κόστους που συνεπάγονται για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά οι ανασφάλιστες ζημιές από φυσικές καταστροφές.
Ο τρέχον καύσωνας στην Ευρώπη έφερε στο προσκήνιο μνήμες από τα lockdowns της πανδημίας, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η ING, με έρημους δρόμους, κλειστά σχολεία και ακυρωμένες δημόσιες εκδηλώσεις. Και καθώς η υπερθέρμανση του πλανήτη εντείνεται, τα σημερινά ακραία φαινόμενα κινδυνεύουν να γίνουν οι κανόνες του «αύριο», με την Ευρώπη να βρίσκεται στο επίκεντρο.
Ενώ η πρόσφατη πτώση των τιμών της ενέργειας θα πρέπει να φέρει κάποια ανακούφιση στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και εταιρείες, οι καύσωνες φέρνουν έναν νέο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή οικονομία, προειδοποιεί ο οίκος: προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού λόγω των χαμηλών επιπέδων νερού σε μεγάλους ποταμούς και των επηρεαζόμενων υποδομών, όπως οι σιδηρόδρομοι και οι αυτοκινητόδρομοι, αλλά και απώλειες παραγωγικότητας.
«Στην πραγματικότητα, η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι οι καύσωνες έχουν μετατραπεί αθόρυβα από καιρικό φαινόμενο σε μακροοικονομική μεταβλητή», σημειώνει η ING. «Το θερμόμετρο, όπως αποδεικνύεται, έχει γίνει ένας κύριος δείκτης», προσθέτει.
Σε ανάλυσή της στα τέλη Μαΐου και λίγο πριν από το τρέχον κύμα καύσωνα, η Allianz είχε σημειώσει ότι η παραγωγή εργασίας ανά ώρα μειώνεται κατά περίπου 3% για κάθε βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας στο εύρος 30 °C – 35 °C. Και οι θερμοκρασίες στο τρέχον κύμα καύσωνα έχουν πλησιάσει ή ξεπεράσει τους 40 °C σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Μείωση ΑΕΠ και παραγωγικότητας, «βουτιά» επενδύσεων και πληθωριστικές πιέσεις.
Εν τω μεταξύ, η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται κατά περίπου 1,2% ανά βαθμό πάνω από τους 30 °C, αυξάνοντας το κόστος των επιχειρήσεων.
Συνολικά, κατά την Allianz, οι καύσωνες οδηγούν σε μειωμένη παραγωγικότητα, χαμηλότερες επενδύσεις και σε περιορισμό των φορολογικών εσόδων των κυβερνήσεων: μια καθόλου καλή προοπτική για μια Ευρώπη που ήδη αντιμετωπίζει κρίση εμπιστοσύνης σχετικά με την οικονομική της ανταγωνιστικότητα.
Η Allianz έδωσε μια εικόνα της κλίμακας της μεσοπρόθεσμης απειλής αναλύοντας ένα σενάριο στο οποίο τα πέντε θερμότερα έτη μεταξύ 2014 και 2024 επαναλαμβάνονται διαδοχικά μεταξύ 2026 και 2030. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα σωρευτικές απώλειες ΑΕΠ μεταξύ 5% και 7% στη Γαλλία (ή 206 δισ. ευρώ), στη Γερμανία (126 δισ. ευρώ), στην Ιταλία (113 δισ. ευρώ) και την Ισπανία (103 δισ. ευρώ). Για την Ελλάδα, ο επικεφαλής οικονομολόγος του οίκου για το κλίμα, Χάζεμ Κρισίν, μιλώντας στην «Κ» υπολόγισε απώλειες 4,1% του ΑΕΠ ή 13 δισ. ευρώ, με «βουτιά» 8% στις επενδύσεις.
Για χρόνια οι καύσωνες αντιμετωπίζονταν ως ένα προσωρινό κόστος, αλλά αυτό δεν ισχύει πλέον. Η ING κάνει αναφορά σε μελέτη του 2021 για τα χειρότερα έτη καύσωνα στην Ευρώπη (2003, 2010, 2015 και 2018), η οποία υπολόγισε τις απώλειες ΑΕΠ σε ολόκληρη την ήπειρο μόνο από τη μειωμένη παραγωγικότητα της εργασίας στο 0,3% – 0,5%, ξεπερνώντας το 1% στις πιο εκτεθειμένες περιοχές. Αλλες μελέτες προσθέτουν το κόστος ψύξης και κατά συνέπεια υπολογίζουν έναν ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο στην ανάπτυξη. Εάν σε αυτά προστεθεί και το αυξανόμενο κόστος υγειονομικής περίθαλψης, οι επείγουσες επισκευές υποδομών και ο αντίκτυπος των καυσώνων και της ξηρασίας στις πλωτές οδούς, στις μεταφορές ή στη γεωργία, ο αρνητικός αντίκτυπος στην οικονομία αυξάνεται ακόμη περισσότερο.
Πέρυσι, κοινή εργασία του Πανεπιστημίου του Μάνχαϊμ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έδωσε μια εκτίμηση για την οικονομική ζημία, αναλύοντας τους καύσωνες, τις ξηρασίες και τις πλημμύρες του καλοκαιριού του 2025. Σύμφωνα με αυτήν, η ευρωπαϊκή οικονομία έχασε περίπου το 0,3% της παραγωγής. Αυτή η ζημία θα μπορούσε να αυξηθεί σε ένα σωρευτικό 0,8% έως το 2029, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της απώλειας παραγωγικότητας, της διαταραχής της αλυσίδας εφοδιασμού και των μειωμένων εσόδων από τον τουρισμό. Η ΕΚΤ έχει επίσης εκτιμήσει ότι οι καύσωνες και η ξηρασία θα μπορούσαν να αυξήσουν τον πληθωρισμό των τροφίμων κατά περίπου 0,4-0,9 ποσοστιαίες μονάδες, με το αποτέλεσμα αυτό να διπλασιαστεί ενδεχομένως τα επόμενα 30 χρόνια.
Παράλληλα, ο οίκος αξιολόγησης Moody’s προειδοποιεί για ένα νέο συστημικό κίνδυνο. Οι καύσωνες και η έλλειψη νερού προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερες οικονομικές απώλειες, αλλά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός της τυπικής ασφαλιστικής κάλυψης, επισημαίνει. Μάλιστα, όπως υπολογίζει, περίπου το 95% των ζημιών που συνδέονται με τον καύσωνα του 2025 στην Ευρώπη ήταν ανασφάλιστες.
Η Moody’s προβλέπει ότι ο παγκόσμιος οικονομικός αντίκτυπος των φυσικών κινδύνων θα μπορούσε να φτάσει στα 41,4 τρισ. δολάρια μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2040. Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει, οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και οι φυσικές καταστροφές γίνονται πιο συχνές. Ενα μεγάλο μερίδιο των ζημιών από αυτά τα γεγονότα θα εμπίπτει εκτός των υφιστάμενων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Και το κενό αυτό θα απορροφηθεί από τις κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, «χτυπώντας» σοβαρά την οικονομική ανάπτυξη.
