Την επανεμφάνιση ελλειμμάτων στα Ταμεία του ΕΦΚΑ, από το 2029 και μετά, δείχνουν οι νέες προβολές του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την περίοδο έως το 2030. Επειτα από 13 χρόνια θετικών αποτελεσμάτων, και πίσω από τους αριθμούς και τις εκτιμήσεις του υπουργείου, όπως αποτυπώνονται στις οδηγίες ενόψει της κατάρτισης του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2027-2030 αλλά και του προϋπολογισμού 2027, εμφανίζεται ξεκάθαρα η εξάντληση των δημοσιονομικών περιθωρίων που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού και της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού αρχίζουν να μεταφράζονται σε πραγματική πίεση στα οικονομικά του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με αποτέλεσμα, από πλεόνασμα της τάξης του 1,1 δισ. ευρώ (βάσει των προβλέψεων του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος 2026-2029) στους οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής, να οδηγούμαστε σε έλλειμμα. Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά έπειτα από δεκατρία συνεχόμενα χρόνια θετικών αποτελεσμάτων, το 2029 καταγράφεται έλλειμμα 362 εκατ. ευρώ, ενώ το 2030 η δημοσιονομική «τρύπα» διευρύνεται στο 1,27 δισ. ευρώ.
Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή. Μέσα σε μία τετραετία το ισοζύγιο των ασφαλιστικών φορέων μετακινείται κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ, εξέλιξη που δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή. Αντίθετα, αποτυπώνει μια βαθύτερη μεταβολή των θεμελιωδών μεγεθών που χρηματοδοτούν το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα.
Η βασική αιτία εντοπίζεται στην αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ των εσόδων από εισφορές και των δαπανών για συντάξεις. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΥΠΟΙΚ, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα αυξηθούν από 35,43 δισ. ευρώ το 2026 στα 40,75 δισ. ευρώ το 2030. Πρόκειται για άνοδο κατά 5,32 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια. Την ίδια περίοδο, τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν από 20,49 δισ. ευρώ σε 24,31 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,82 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, οι δαπάνες αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα. Η διαφορά του περίπου 1,5 δισ. ευρώ μεταξύ της αύξησης των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων και της αύξησης των εισφορών εξηγεί σχεδόν εξ ολοκλήρου την επιστροφή των ελλειμμάτων στο τέλος της δεκαετίας.
Την ίδια στιγμή, η κρατική χρηματοδότηση, σημαντικά μειωμένη σε σχέση με τα προ μνημονίων δεδομένα, παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη, αν και από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η επιχορήγηση προς τα ασφαλιστικά ταμεία κινείται σε όλη την περίοδο μεταξύ 15,9 και 16,2 δισ. ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι το Δημόσιο δεν προβλέπει πρόσθετη στήριξη ικανή να αντισταθμίσει τις πιέσεις που συσσωρεύονται στο σύστημα. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο και τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις μόνιμες δαπάνες.
Η κρατική χρηματοδότηση παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη, αν και από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Πίσω όμως από τους αριθμούς των προϋπολογισμών βρίσκεται μια ακόμη πιο ανησυχητική πραγματικότητα: το δημογραφικό. Οι προβολές της Eurostat που αξιοποιούνται και σε μελέτες του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να μειωθεί στα 9,5 εκατομμύρια έως το 2050 και κοντά στα 8,1 εκατομμύρια έως το τέλος του αιώνα. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η εξέλιξη του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ο οποίος εκτιμάται ότι θα περιοριστεί από 6,2 εκατομμύρια άτομα το 2020 σε περίπου 4,7 εκατομμύρια το 2050.
Η εξέλιξη αυτή έχει άμεση σχέση με τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Το ελληνικό σύστημα παραμένει κατά βάση διανεμητικό, πράγμα που σημαίνει ότι οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Οσο μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων και αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί η ισορροπία.
Μέχρι το τέλος της 10ετίας οι δαπάνες για τις συντάξεις αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα που προέρχονται από εισφορές.
Οι ίδιες δημογραφικές τάσεις αποτυπώνονται και στην αγορά εργασίας. Η ανεργία έχει ήδη προσεγγίσει επίπεδα κοντά στο 8%, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια περαιτέρω σημαντικής μείωσης τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, ενώ τα προηγούμενα χρόνια η απασχόληση αυξανόταν με ρυθμούς κοντά στο 2% ετησίως, οι εκτιμήσεις για τα επόμενα έτη κάνουν λόγο για αύξηση μόλις 0,2%. Αυτό σημαίνει ότι η βάση των ασφαλιστικών εισφορών θα συνεχίσει να διευρύνεται, αλλά με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς από εκείνους που είχαν συμβάλει στην ενίσχυση των οικονομικών του ΕΦΚΑ την προηγούμενη δεκαετία. Στο πλαίσιο αυτό, οι προειδοποιήσεις που διατυπώνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι το δημογραφικό συνιστά μία από τις μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες απειλές για τη χώρα, καθώς επηρεάζει ταυτόχρονα την ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά και το ασφαλιστικό σύστημα.
Την ίδια στιγμή, πρόσθετους κινδύνους δημιουργούν οι πιέσεις για νέες μόνιμες παροχές, αλλά και οι πιθανές επιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων, όπως για παράδειγμα αυτές του Ελεγκτικού Συνεδρίου για βουλευτές και δικαστικούς, που αφορούν συνταξιοδοτικές διεκδικήσεις. Το κόστος επαναφοράς παλαιών παροχών ή η διεύρυνση συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων εκτιμάται ότι θα τινάξει στον αέρα την όποια ισορροπία έχει επιτευχθεί στα οικονομικά του ΕΦΚΑ, ενώ θα έπρεπε να καλυφθεί από μόνιμες πηγές εσόδων, όπως επιβάλλει πλέον το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τις προβολές του ΥΠΟΙΚ, σύμφωνα με τους ειδικούς της κοινωνικής ασφάλισης, είναι σαφές. Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση βελτίωσαν σημαντικά τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού και επέτρεψαν την επιστροφή σε πλεονασματικά αποτελέσματα. Ωστόσο, η δημογραφική πραγματικότητα αρχίζει ήδη να ανατρέπει αυτή την εικόνα.
Η εμφάνιση ελλειμμάτων από το 2029 δεν αποτελεί απλώς μια λογιστική μεταβολή στους πίνακες του προϋπολογισμού. Αποτελεί την πρώτη δημοσιονομική αντανάκλαση μιας βαθιάς πληθυσμιακής μεταβολής που εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες και η οποία αναμένεται να καθορίσει το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το περιβάλλον, οποιεσδήποτε μικροκομματικές – προεκλογικές διευθετήσεις μπορεί να αποτελέσουν –λένε οι ειδικοί– απλώς το κερασάκι στην τούρτα των νέων ελλειμμάτων.

