Υπάρχουν πολλοί δείκτες για να μετρήσει κανείς την πορεία της οικονομίας. Η ιδιωτική κατανάλωση, οι λιανικές πωλήσεις, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, οι αφίξεις στα αεροδρόμια προφανώς και ο πληθωρισμός. Υπάρχει όμως και ένας πιο «λαϊκός» δείκτης, που συχνά αποδεικνύεται πιο αξιόπιστος από πολλές στατιστικές, η χρήση αυτοκινήτου. Ιδιαίτερα σε περιβάλλον ενεργειακής κρίσης.
Εν μέσω σημαντικών ανατιμήσεων (τρίτος υψηλότερος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη η Ελλάδα), από την έναρξη του πολέμου το τελευταίο τρίμηνο, έχουν ενδιαφέρον τα στοιχεία από την αγορά καυσίμων γιατί καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο τη συμπεριφορά των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με αυτά, η κατανάλωση για το ακριβό, παρά την επιδότηση των 15 λεπτών, ντίζελ κίνησης όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά μετά μια περίοδο σταθερότητας το διάστημα Μαρτίου – Απριλίου, τον Μάιο κινήθηκε ελαφρώς ανοδικά κατά 2,2%. Η βενζίνη εμφανίζει οριακή κάμψη 2% για τον Μάρτιο και τον Απρίλιο και εκτιμάται ότι τον Μάιο υποχώρησε κατά 5%, όχι όμως σε βαθμό που να παραπέμπει σε δραστικό περιορισμό των μετακινήσεων. Οι πολίτες, προφανώς και λόγω των προβληματικών δημόσιων συγκοινωνιών, εξακολούθησαν να πηγαίνουν στη δουλειά τους με το αυτοκίνητο, να οργανώνουν αποδράσεις και να σχεδιάζουν διακοπές. Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος ήταν το πρώτο τεστ και κυριολεκτικά έγινε παντού το αδιαχώρητο, με την κατανάλωση καυσίμων να παρουσιάζει πρωτοφανή ανθεκτικότητα για επίπεδα τιμών άνω των 2 ευρώ στην αμόλυβδη στην ηπειρωτική Ελλάδα και άνω των 2,20 ευρώ/λίτρο στη νησιωτική.
Αυτό που άλλαξε και δείχνει επίσης κάτι είναι ότι οι οδηγοί μείωσαν την κατανάλωση των ακριβών τύπων καυσίμων, αυτών με τα πολλά οκτάνια. Σημάδι ότι σημαντικό μέρος των καταναλωτών πλήρωνε πανάκριβα τη βενζίνη και πριν από την κρίση. Κυρίως άντεχε να την πληρώσει. Απλώς κατέβασαν προσωρινά τα ποιοτικά τους δεδομένα.
Αυτή η συμπεριφορά, όμως, καταδεικνύει ότι η πραγματική οικονομία αντέχει, εξηγεί όμως έως έναν βαθμό και τη στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα των φόρων. Κάθε φορά που αναζωπυρώνεται η συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ ή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, το βασικό επιχείρημα του οικονομικού επιτελείου είναι ότι μια οριζόντια παρέμβαση θα είχε υψηλό δημοσιονομικό κόστος, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα άλλαζε ουσιαστικά τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Το πρώτο τρίμηνο της κρίσης επιβεβαίωσε την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης. Και αυτό σε περιόδους παρατεταμένης αβεβαιότητας λέει πολύ περισσότερα για την οικονομία από όσα δείχνουν οι αριθμοί.

