Μύθοι και αλήθειες για την αρνητική αποταμίευση

Μύθοι και αλήθειες για την αρνητική αποταμίευση

Δεκαπέντε χρόνια εάν τρώγαμε από τα έτοιμα, θα είχαν εξαντληθεί, λένε οικονομολόγοι – Το «μαύρο» χρήμα δεν καταγράφεται, αλλά γίνεται σπίτια ή καταναλώνεται

μύθοι-και-αλήθειες-για-την-αρνητική-απ-564258553
Φόρτωση Text-to-Speech...

Οι Ελληνες καταναλώνουμε περισσότερα από το εισόδημά μας, με άλλα λόγια «τρώμε από τα έτοιμα», ήταν –και δικαίως– τα σχόλια, μετά τη δημοσίευση, την περασμένη εβδομάδα, από το Euronews, στοιχείων του ΟΟΣΑ για το κρίσιμο μέγεθος της αποταμίευσης, δηλαδή του ποσοστού του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος που δεν καταναλώνεται. Σύμφωνα με αυτά, η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα με αρνητική αποταμίευση -9,3%, έναντι θετικού μέσου όρου 8,1% στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η εικόνα δεν είναι άγνωστη, βεβαίως. Συστηματικά τα τελευταία πολλά χρόνια η Ελλάδα εμφανίζει αρνητικό ή χαμηλό θετικό ποσοστό αποταμίευσης. Στα στοιχεία του ΟΟΣΑ (που μετρούν την αποταμίευση ως ποσοστό του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος) το αρνητικό πρόσημο είναι μόνιμο από το 2010. Στα στοιχεία της Eurostat (διαφέρουν από του ΟΟΣΑ) το αρνητικό πρόσημο ξεκινάει από το 2012 και συνεχίζεται σταθερά, με εξαίρεση τη διετία της COVID, που έγινε οριακά θετικό. Για το 2024 η Eurostat καταγράφει ποσοστό αποταμίευσης -2,51% για την Ελλάδα, έναντι μέσου όρου της Ευρωζώνης 15,5% και της Ε.Ε. 14,36%. Η μόνη άλλη χώρα με οριακά αρνητικό πρόσημο, -0,92%, ήταν η Ρουμανία. Την πρώτη θέση κατέχει η Γερμανία με ποσοστό αποταμίευσης 20,04%, ενώ οι Γάλλοι αποταμιεύουν το 17,93% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματός τους. Στην Πορτογαλία, με την οποία συνήθως συγκρινόμαστε, το ποσοστό είναι 12,53%.

Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης ροκανίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης επενδύσεων από εγχώριους πόρους και άρα την ασφαλή αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διογκώνεται, καθώς γίνεται απαραίτητη η προσφυγή σε ξένα κεφάλαια.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, κρίσιμος παράγοντας πίσω από την αρνητική αποταμίευση, όπως προκύπτει από τις αναλύσεις των οικονομολόγων, δεν είναι τόσο η «ανέχεια» των Ελλήνων, όσο η παραοικονομία. Δεδομένου ότι η αποταμίευση είναι η διαφορά μεταξύ του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος και της κατανάλωσης, όταν το εισόδημα υποεκτιμάται, υποεκτιμάται και η αποταμίευση. Βεβαίως η ΕΛΣΤΑΤ στην εκτίμηση του ΑΕΠ συνυπολογίζει ένα μέγεθος παραοικονομίας, αλλά δεν είναι σαφές πόσο ακριβής είναι η μέτρησή της, επισημαίνουν οι οικονομολόγοι.

Επιπλέον, η παραοικονομία παίζει ρόλο και στην αποταμιευτική συμπεριφορά των Ελλήνων: το αδήλωτο στην εφορία εισόδημα δεν κατευθύνεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς, σημειώνουν, όσο στην κατανάλωση ή σε άλλους προορισμούς, που δουλεύουν επίσης με «μαύρο» χρήμα, όπως η οικοδομή.

Παρά τα σχετικά πρόσφατα μέτρα ελέγχου της παραοικονομίας στον τομέα της κατανάλωσης (με τα POS), η παραοικονομία παραμένει υψηλή: 20,9% του ΑΕΠ σύμφωνα με τον μετριοπαθή υπολογισμό του ΚΕΠΕ, έως 36% σύμφωνα με εκτιμήσεις των καθηγητών Φραντσέσκο Παπαντά και Κένεθ Ρόγκοφ (Rethinking the Informal Economy and the Hugo Effect). Δηλαδή, είναι από 50 δισ. έως 90 δισ. ευρώ.

Οπως υποστηρίζει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και σύμβουλος διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος Δημήτρης Μαλλιαρόπουλος, «η αρνητική αποταμίευση είναι μια εκτίμηση, η οποία μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν μετράμε κάτι σωστά».

«Στην ελληνική οικονομία», λέει, «έχουμε ένα μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίοι δεν δηλώνουν τα εισοδήματά τους. Πρέπει να εκτιμηθεί σωστά ποιο είναι το μη δηλωθέν εισόδημα για να βρούμε το ύψος της αποταμίευσης». Σύμφωνα με τον ίδιο, το ότι οι αποταμιεύσεις στην Ελλάδα είναι αρνητικές δεν εξηγείται λογικά. Δεδομένου ότι είναι μόνιμο σχεδόν φαινόμενο τα τελευταία 10-15 χρόνια, αν πράγματι ίσχυε, αυτό θα σήμαινε ότι «τρώμε από τα έτοιμα» όλα αυτά τα χρόνια. Ετσι, κάποια στιγμή θα έπρεπε ο πλούτος να μειωθεί, να δούμε τις τραπεζικές καταθέσεις μας να συρρικνώνονται. Στην πραγματικότητα, όμως, οι καταθέσεις αυξάνονται, λέει ο ίδιος. Αρα, δεν μπορεί να έχουμε πραγματικά αρνητικές αποταμιεύσεις. «Η αρνητική αποταμίευση είναι παζλ, γιατί είναι ενάντια στην κοινή λογική», λέει.

Η παραοικονομία παραμένει σε υψηλά επίπεδα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με μελέτες, είναι από 50 δισ. έως 90 δισ. ευρώ.

Από έναν εναλλακτικό τρόπο υπολογισμού της αποταμίευσης που έκανε ο ίδιος με βάση τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, ο οποίος μετράει τη μεταβολή καταθέσεων, χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων σε νέες κατοικίες μείον τα νέα δάνεια, προκύπτει ότι η αποταμίευση την περασμένη δεκαετία ήταν θετική, της τάξεως των 15 δισ. ευρώ τον χρόνο, περίπου 6,5% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό πιο κοντά, αλλά και πάλι μακριά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Πιθανώς η αλήθεια βρίσκεται στη μέση. Ο κ. Μαλλιαρόπουλος εκτιμά ότι το ποσοστό της αποταμίευσης είναι μεν χαμηλό, αλλά όχι αρνητικό.

Μια εξήγηση για το χαμηλό αυτό ποσοστό είναι, κατά τον ίδιο, το γεγονός ότι δεν υπήρχε μέχρι πρότινος κεφαλαιοποιητικό σύστημα από το οποίο να εξαρτάται η σύνταξη, όπως συμβαίνει στις άλλες χώρες. Η πολιτεία δεν δίνει φορολογικά κίνητρα ούτε για ασφαλιστικά προγράμματα συνταξιοδότησης. Η υπερβολική φορολόγηση της εργασίας δεν αφήνει, επίσης, πολλά περιθώρια για αποταμίευση. Ακόμη, τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων των τραπεζών δεν βοηθούν.

Δεκαπέντε χρόνια με αρνητικές αποταμιεύσεις δεν είναι κάτι που μπορεί να αγνοήσει η οικονομική πολιτική.

«Προφανώς οι αποταμιεύσεις είναι εξαιρετικής σημασίας για την πραγματοποίηση επενδύσεων, οι οποίες με τη σειρά τους είναι το πιο σημαντικό στοιχείο για τη μελλοντική ανάπτυξη», λέει ο Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank. Η άντληση κεφαλαίων από το εξωτερικό, είτε με άμεσες ξένες επενδύσεις είτε με άλλο τρόπο, εξηγεί, δεν είναι πάντα εφικτή, ενώ συχνά δεν αφορά τους κρίσιμους για την ανάπτυξη τομείς, και σε κάθε περίπτωση δεν αρκούν για να αναπληρώσουν πλήρως τις εγχώριες αποταμιεύσεις. Αρα, για ποιοτικές και επαρκείς επενδύσεις, η οικονομία χρειάζεται εγχώριους πόρους.

Στο ερώτημα γιατί η Ελλάδα έχει συστηματικά αρνητικό ή χαμηλό θετικό πρόσημο στις αποταμιεύσεις, ο κ. Αναστασάτος λέει ότι ενδέχεται να υπάρχει θέμα ακρίβειας της στατιστικής εκτίμησης. Δηλαδή, αν και η ΕΛΣΤΑΤ προσαρμόζει τα δηλούμενα εισοδήματα για το μέγεθος της απόκρυψης, μπορεί η προσαρμογή να μην αντανακλά το πλήρες εύρος της παραοικονομίας.

Οι αποταμιεύσεις, εξηγεί ο κ. Αναστασάτος, δεν πρέπει να ταυτίζονται με τις τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες μπορεί να αυξάνονται, επειδή π.χ. τα νοικοκυριά πωλούν ακίνητα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, όπως ομόλογα στο εξωτερικό. Το ποσοστό αποταμίευσης είναι μακροοικονομικό μέγεθος και ισούται με τη διαφορά μεταξύ της συνολικής κατανάλωσης και του συνολικού εισοδήματος.

Οποια κι αν είναι η ακριβής στατιστική εικόνα, ασφαλώς το ποσοστό αποταμίευσης είναι χαμηλό, και στο ερώτημα γιατί συμπεριφέρονται έτσι τα νοικοκυριά ο κ. Αναστασάτος βάζει στην εικόνα ζητήματα δομής της οικονομίας. Επικαλείται μάλιστα και τη σχετική μελέτη που χρηματοδότησε η Eurobank και παρουσιάστηκε προ διετίας. «Στην ελληνική οικονομία υπάρχει ένα μεγάλο, μεγαλύτερο από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ποσοστό αυτοαπασχολούμενων. Εδώ αντιστοιχούν σε περίπου 1/3 του εργατικού δυναμικού, ενώ σε άλλες χώρες στο 10%-15%. Αυτοί δεν αποταμιεύουν επαρκώς γιατί τα εισοδήματά τους σε μεγάλο ποσοστό είναι “μαύρα” και δεν μπορούν να τα δικαιολογήσουν και να τα βάλουν στην τράπεζα. Τα καταναλώνουν. Μια μορφή χρηματοοικονομικής αποταμίευσης για πολλούς είναι τα σπίτια».

Με βάση τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, η αποταμίευση την περασμένη δεκαετία ήταν θετική, της τάξεως των 15 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Κατά τον ίδιο, υπάρχει κι ένα πολιτιστικό θέμα. Πιθανώς οι αξίες έχουν αλλάξει σε σχέση με τη δεκαετία του 1960, για παράδειγμα, όταν τα ποσοστά αποταμίευσης ήταν κανονικά και συμβάδιζαν με τα ευρωπαϊκά, ενώ σήμερα, με υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα σε σχέση με τότε, η αποταμίευση των νοικοκυριών είναι αρνητική.

Οι πολιτικές ενίσχυσης των αποταμιεύσεων που έχουν συζητηθεί κατά καιρούς περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση του οικονομικού αναλφαβητισμού, ένα θέμα με το οποίο ασχολείται η Τράπεζα της Ελλάδος. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι θα βοηθούσε η παροχή κινήτρων εκ μέρους της κυβέρνησης για αποταμιεύσεις π.χ. σε ασφαλιστικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT