Εισοδήματα από δύο πηγές: Τι πρέπει να ξέρετε

Αν δεν κινηθείτε εγκαίρως, θα συναντήσετε το «μακρύ χέρι» της εφορίας στην πορεία

2' 23" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η επιτυχία της απόφασης να μην περικόπτεται η σύνταξη σε όσους εξακολουθούν να εργάζονται και μετά τη συνταξιοδότηση είναι γνωστή. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες ανταποκρίθηκαν και ο αριθμός των «εργαζόμενων συνταξιούχων» εξακολουθεί να αυξάνεται. Είναι επίσης γνωστό ότι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στην Ελλάδα κάνουν και δεύτερη δουλειά για να ενισχύσουν το εισόδημά τους. Όλοι αυτοί, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, έρχονται αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη έκπληξη: ένα πολύ φουσκωμένο εκκαθαριστικό σημείωμα από την εφορία. 

Οι ανυποψίαστοι που δεν έχουν λάβει τα μέτρα τους έρχονται αντιμέτωποι με μια οφειλή αρκετών εκατοντάδων ή και χιλιάδων ευρώ και καλούνται να αποπληρώνουν μια μεγάλη μηνιαία δόση για τουλάχιστον οκτώ μήνες. Το να αποφύγει κανείς αυτό το οικονομικό βάρος δεν είναι εύκολο. Μπορεί, όμως, τουλάχιστον να αντιληφθεί το πρόβλημα εγκαίρως, ώστε να λάβει τα μέτρα του.

Το «μυστικό» κρύβεται στον τρόπο υπολογισμού του φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα: Για τους μισθωτούς αλλά και για τους συνταξιούχους, ολόκληρο το ποσό παρακρατείται στην «πηγή», γι’ αυτό και κάθε μήνα βλέπουμε ένα ποσό να αφαιρείται από τον μισθό μας και να πηγαίνει κατευθείαν στην εφορία. Για τους εργαζομένους με μία πηγή εισοδήματος (π.χ., έναν μισθό ή μία σύνταξη) τα πράγματα είναι απλά. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς παρακρατείται όλος ο φόρος που αναλογεί, οπότε το εκκαθαριστικό φτάνει να είναι μηδενικό (συνήθως γι’ αυτούς τους φορολογουμένους γίνεται πλέον και αυτόματη εκκαθάριση από την εφορία, που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται καν να υποβληθεί δήλωση).

Όταν όμως οι πηγές εισοδήματος γίνονται δύο, το σκηνικό αλλάζει άρδην. Ο κάθε εργοδότης (ή ο ένας εργοδότης και το ασφαλιστικό ταμείο) κάνει παρακράτηση θεωρώντας ότι το εισόδημα που καταβάλλει είναι το μοναδικό εισόδημα του φορολογουμένου. Όταν, βέβαια, έρχεται η ώρα της εκκαθάρισης του τελικού φόρου, τα εισοδήματα των δύο πηγών προστίθενται και μπορεί να ανεβάσουν τον φορολογούμενο σε μεγαλύτερο κλιμάκιο. Έτσι, βγαίνει μια διόλου ευκαταφρόνητη διαφορά, η οποία πρέπει να πληρωθεί σε οκτώ άτοκες δόσεις από Ιούλιο μέχρι Φεβρουάριο.

Ένα παράδειγμα: Ο συνταξιούχος εισπράττει 18.000 ευρώ τον χρόνο από συντάξεις και συνεχίζει να εργάζεται για να έχει πρόσθετο φορολογητέο εισόδημα 12.000 ευρώ τον χρόνο. Το ασφαλιστικό ταμείο θα παρακρατήσει 1.523 ευρώ, καθώς τόσα αναλογούν στα 18.000 ευρώ. Και ο εργοδότης άλλα 443 ευρώ, γιατί βλέπει ως εισόδημα τα 12.000 ευρώ που αποδίδει ο ίδιος. Η εφορία θα είναι αυτή που θα υπολογίσει το συνολικό εισόδημα στα 30.000 ευρώ και θα επιβάλει φόρο 4.283 ευρώ. Η διαφορά των 2.317 ευρώ θα φανεί στο εκκαθαριστικό.

Ποια είναι η λύση; Να συνειδητοποιήσει κανείς ότι ποσοστό από 22% έως και 39% επί των αποδοχών της δεύτερης πηγής εισοδήματος δεν είναι «δικά μας», αλλά της εφορίας. Έτσι, αν κανείς τα βάζει στην άκρη κατά τη διάρκεια της χρονιάς, θα μπορεί στη συνέχεια να ανταποκρίνεται και με μεγαλύτερη ευκολία στις δόσεις της ΑΑΔΕ. Μάλιστα, όσο υψηλότερο είναι το συνολικό εισόδημα και όσο μικρότερη η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη πηγή εισοδήματος, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η φορολογική επιβάρυνση. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT