«Στο Χιλιοστό»: Το πρώτο μνημόνιο είχε στόχο να μην καταρρεύσουν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες

«Στο Χιλιοστό»: Το πρώτο μνημόνιο είχε στόχο να μην καταρρεύσουν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες

15' 48" χρόνος ανάγνωσης

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο γνώριζε ότι το ελληνικό χρέος δεν ήταν βιώσιμο αλλά επέβαλε στην Ελλάδα εξοντωτική λιτότητα στο πρώτο μνημόνιο το 2010 ώστε να διασώσει τις γερμανικές, γαλλικές και άλλες τράπεζες που διακρατούσαν ελληνικό χρέος, σύμφωνα με μαρτυρίες των πρωταγωνιστών της εποχής στο τέταρτο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό» των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού που μετέδωσε ο Σκάι χθες, Δευτέρα.

Μέσα από συγκλονιστικές μαρτυρίες πρωταγωνιστών, όπως ο πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν και ο τότε πρόεδρος του Euro Working Group Τόμας Βίζερ, αποκαλύπτεται το απόλυτο θρίλερ του 2015 και το απόρρητο σχέδιο των 139 σελίδων για ένα Grexit με «καμουφλάζ» την… Αλβανία, με στρατιωτικά αεροπλάνα για τουρίστες και με τρυπημένα χαρτονομίσματα ευρώ.

Μιλώντας στις δύο πρώην ανταποκρίτριες με έδρα τις Βρυξέλλες, στελέχη του ΔΝΤ και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι περιέγραψαν πώς οι πολιτικές αποφάσεις, η έλλειψη εμπιστοσύνης και οι αντιφάσεις στον σχεδιασμό των προγραμμάτων οδήγησαν σε επιλογές με «βαρύ» κόστος.

Συγκεκριμένα, ο Στρος-Καν αποκάλυψε από το Μαρακές του Μαρόκου ότι εξ αρχής το ΔΝΤ ήταν έτοιμο να συνδράμει, το κατέστησε σαφές στον τότε πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, ωστόσο η Ελλάδα βρισκόταν εντός της Ευρωζώνης, γεγονός που περιόριζε τις δυνατότητες διαχείρισης της κρίσης σε εθνικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στην αρχική φάση της κρίσης, καμία ευρωπαϊκή χώρα-μέλος δεν ήταν πραγματικά υπέρ της εμπλοκής του ΔΝΤ. Επικρατούσε η αντίληψη ότι επρόκειτο για μια εσωτερική ευρωπαϊκή υπόθεση, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, χωρίς εξωτερική παρέμβαση.

Ο κ. Βίζερ επισήμανε από την πλευρά ότι ο Στρος-Καν, επικεφαλής ήδη από το 2007 στο Ταμείο, διέβλεψε το 2009 την ευκαιρία ανάκτησης του διεθνούς ρόλου του ΔΝΤ, όχι μόνο για τη διάσωση της Ελλάδας αλλά και ολόκληρης της ευρωζώνης, αφού το ζήτημα αντιμετωπιζόταν ως περιφερειακό και όχι ως αποκλειστικά ελληνικό.

Σόιμπλε κατά ΔΝΤ

Ο βετεράνος Αυστριακός αξιωματούχος ανέφερε ότι ακόμη και στο Βερολίνο υπήρχε διχογνωμία ως προς τη συμμετοχή του ΔΝΤ στα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης. Ο τότε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αρχικά εμφανιζόταν αντίθετος στην εμπλοκή του Ταμείου, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα ήταν καθαρά ευρωπαϊκό και ότι η Ευρώπη διέθετε την ισχύ να το αντιμετωπίσει αυτόνομα.

Ωστόσο, ο Βίζερ σημείωσε ότι σε πιο πρακτικό επίπεδο, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση προγραμμάτων στήριξης κρατών, αντίστοιχων με εκείνα που εφαρμόζει το ΔΝΤ εδώ και δεκαετίες. Αυτή η εμπειρία, όπως ανέφερε, οδήγησε σταδιακά σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι στην ανάγκη εμπλοκής του Ταμείου.

Σύμφωνα με τον Τζέφρι Φρανκς, επικεφαλής ευρωπαϊκού γραφείου ΔΝΤ 2015-2019, υπήρξε έντονη εσωτερική συζήτηση γύρω από τη διαχείριση της ελληνικής κρίσης και τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Οπως σημείωσε, η κυρίαρχη άποψη δεν έβλεπε το πρόβλημα ως αποκλειστικά ελληνικό, αλλά ως ζήτημα συνολικής σταθερότητας της Ευρωζώνης.

«Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Ηταν η Ευρωζώνη συνολικά. Ηταν το ζήτημα της μετάδοσης, της αποτροπής ενός ντόμινο που θα μπορούσε να ξεκινήσει από την Ελλάδα, να περάσει στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και τελικά να φτάσει στην Ιταλία, με δυνητικά τεράστιες συνέπειες».

Ο Ντομινίκ Στρος-Καν ισχυρίστηκε ότι χωρίς τη συμμετοχή του ΔΝΤ, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα θα είχε βρεθεί αντιμέτωπο με κατάρρευση. «Πιστεύω πραγματικά ότι χωρίς το ΔΝΤ, όλο το σύστημα θα είχε καταρρεύσει», είπε χαρακτηριστικά.

Σε ερώτηση για το αν υπήρχε βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή του Ταμείου σε ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, η διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, και αν το ελληνικό χρέος θεωρούνταν τότε βιώσιμο, η απάντηση που καταγράφεται είναι ότι αυτό αποτελούσε το κεντρικό ερώτημα. «Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα, της βιωσιμότητας», είπε.

Δεν ήταν βιώσιμο το χρέος

Οταν του τίθεται ευθέως το ερώτημα αν το ελληνικό χρέος ήταν τότε βιώσιμο, ο Τζέφρι Φρανκς απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά. «Ειλικρινά, νομίζω όχι», είπε, προσθέτοντας ότι ακόμη και εντός του ΔΝΤ υπήρχε επίγνωση πως το ελληνικό χρέος πιθανότατα δεν ήταν βιώσιμο.

Ο Ντομινίκ Στρος-Καν επεσήμανε ότι η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς δεν περιορίζεται μόνο σε αριθμητικά δεδομένα. Οπως ισχυρίστηκε, το ζήτημα αφορά σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη των αγορών και το κατά πόσο αυτές θα αντιδράσουν θετικά στα μέτρα που λαμβάνονται: «Η βιωσιμότητα του χρέους σε μια ανεπτυγμένη χώρα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Δεν είναι απλώς θέμα αριθμών. Είναι θέμα εμπιστοσύνης. Το πώς θα αντιδράσουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές στα μέτρα που λαμβάνονται. Και αυτό, στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με ακρίβεια». 

Επιπλέον, υπενθύμισε ότι το 2010, η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν ακόμη υπό τη βαριά σκιά της κρίσης των subprime, με τους περισσότερους οικονομικούς και πολιτικούς ηγέτες να φοβούνται ένα σενάριο αντίστοιχο με τη Μεγάλη Υφεση του 1929, με εκτεταμένη ανεργία και κατάρρευση επιχειρήσεων. Οπως σημείωσε, ένα από τα βασικά λάθη του 1929 ήταν η μη διάσωση των τραπεζών και η επιτρεπτή κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Σε ερώτηση για το κατά πόσο η καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους συνδεόταν με την ανάγκη στήριξης των ευρωπαϊκών τραπεζών, ο ίδιος απάντησε με επιφύλαξη: «Θα έλεγα ναι και όχι. Ναι, γιατί εκείνη την περίοδο διακυβευόταν η επιβίωση πολλών τραπεζών».

Οι αρχικές εκτιμήσεις, πρόσθεσε, έκαναν λόγο για ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης ύψους περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων παγκοσμίως, ενώ λίγους μήνες αργότερα οι υπολογισμοί αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω. «Εξι μήνες μετά, καταλήξαμε ότι δεν ήταν 1 τρισ., αλλά 2 τρισ. δολάρια που απαιτούνταν για να σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα και να αποφευχθεί μια χρηματοπιστωτική κατάρρευση», είπε χαρακτηριστικά.

Ο δημοσιογράφος των Financial Times, Πίτερ Σπίγκελ, απέδωσε έντονα πολιτικά κίνητρα στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε η διαχείριση της ελληνικής κρίσης. Οπως δήλωσε στο ντοκιμαντέρ, η διαδικασία ήταν «εξαιρετικά ιδιοτελής και βαθιά πολιτική», υποστηρίζοντας ότι το ΔΝΤ οδηγήθηκε στο να υπερβεί τους ίδιους του τους κανόνες.

Κατά τον ίδιο, μέρος της ευθύνης αποδίδεται στον τότε επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν. Ωστόσο, μεγαλύτερη ευθύνη απέδωσε σε Γερμανία και Γαλλία, υποστηρίζοντας ότι βασικό τους μέλημα ήταν η προστασία των τραπεζικών τους συστημάτων. «Ηταν ένα bailout τραπεζών και όχι των κρατών», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι στην πράξη «τέθηκαν οι γερμανικές τράπεζες πάνω από τον ελληνικό λαό».

Από την πλευρά του πάντως, ο τότε ισχυρός άνδρας του ΔΝΤ, υποστήριξε ότι: «Το θέμα ήταν να σωθούν οι τράπεζες για να σωθεί ο κόσμος.» 

«Αναλαμβάνω την ευθύνη»

Σε ερώτηση για το κατά πόσο μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από την αρχή θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε ένα λιγότερο αυστηρό πρόγραμμα, ο Ντομινίκ Στρος-Καν απάντησε ότι, πράγματι, εάν μια αναδιάρθρωση είχε καταστεί δυνατή στην αρχική φάση, το πρόγραμμα θα μπορούσε να είναι πιο ήπιο. Ωστόσο, όπως επεσήμανε, δεν υπήρχε «μαγικό ραβδί» για την έξοδο από την κρίση χωρίς μια περίοδο λιτότητας. Οσο νωρίτερα γινόταν η αναδιάρθρωση, τόσο ηπιότερο θα μπορούσε να είναι το πρόγραμμα, όμως μια βιαστική κίνηση ενείχε και άλλους κινδύνους, τους οποίους έπρεπε να σταθμίσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες.

Σε ερώτηση για το αν το αρχικό πρόγραμμα ήταν υπερβολικά αυστηρό και σχεδιασμένο να εφαρμοστεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο ίδιος αναγνώρισε τις δυσκολίες της περιόδου.

«Αναλαμβάνω την ευθύνη σε κάποιο βαθμό», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το ΔΝΤ ζήτησε μεταρρυθμίσεις σε χρονικό πλαίσιο που ήταν πιθανώς υπερβολικά σύντομο, ενώ από την άλλη πλευρά οι αλλαγές στην Ελλάδα θα μπορούσαν να είχαν υλοποιηθεί νωρίτερα.

Παράλληλα, αναφέρθηκε και σε δεύτερο κρίσιμο σφάλμα στον σχεδιασμό των προγραμμάτων, από κοινού με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς: την υποτίμηση της έντασης με την οποία η ελληνική οικονομία θα αντιδρούσε στην προσαρμογή. Οπως τόνισε, το αρνητικό σοκ στην οικονομία αποδείχθηκε ισχυρότερο από το αναμενόμενο, γεγονός που συνέβαλε στη μεγαλύτερη διάρκεια της κρίσης και συνιστά, όπως είπε, ένα σημαντικό τεχνικό σφάλμα στον σχεδιασμό των προγραμμάτων.

«Ο Τσίπρας αρνήθηκε να φορολογήσει τους εφοπλιστές» 

Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ αποκάλυψε πως έκανε πρόταση στον Αλέξη Τσίπρα να φορολογήσει τους εφοπλιστές, με τον τότε πρωθυπουργό να αρνείται, κάτι που όπως περιγράφει, τον ξάφνιασε.

«Είχα διαβάσει στις εφημερίδες πως είναι κομμουνιστής και εγώ είμαι χριστιανοδημοκράτης. Ετσι, ξαφνιάστηκα όταν του ζητούσα να φορολογήσει τους εφοπλιστές, το πλουσιότερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και εκείνος αρνήθηκε. Θυμάμαι πως του είπα ‘’εσύ είσαι αριστερός και εγώ δεξιός. Καλώς’’», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Γιούνκερ.

Ο Ντέκλαν Κοστέλο, επικεφαλής ελληνικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την περίοδο 2014-2019, σημείωσε ότι στα μέσα του 2014 η εικόνα της ελληνικής οικονομίας έδειχνε σημάδια βελτίωσης, με μια μικρή ανάκαμψη να έχει αρχίσει να διαμορφώνεται. Οπως ανέφερε, το δημοσιονομικό έλλειμμα, που είχε ξεπεράσει το 9% το 2012, είχε μειωθεί κοντά στο 3%, ενώ η Ελλάδα είχε πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα, κάτι που χαρακτήρισε ως αξιοσημείωτη δημοσιονομική προσαρμογή σε σύντομο χρονικό διάστημα. Την ίδια περίοδο, οι προβλέψεις έκαναν λόγο για ανάπτυξη της τάξης του 3% για το 2015, σύμφωνα με τις τότε εκτιμήσεις των θεσμών.

«Είχαμε βγει στις αγορές, είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα. Πηγαίναμε αρκετά καλά» συμπλήρωσε από την πλευρά του ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας.

Ανάλογη είναι και η τοποθέτηση του Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) από το 2012 ως το 2022, ο οποίος σημείωσε ότι στο δεύτερο μισό του 2014 η εικόνα της ελληνικής οικονομίας έδειχνε βελτίωση, προσθέτοντας ωστόσο ότι η πολιτική αβεβαιότητα άρχισε να επηρεάζει την πορεία του προγράμματος. Οπως ανέφερε, η ελληνική κυβέρνηση εισήλθε σε προεκλογική περίοδο, με αποτέλεσμα να υπάρξουν καθυστερήσεις στην εφαρμογή των δεσμεύσεων. Βασικά ορόσημα του προγράμματος δεν επιτεύχθηκαν, οι όροι της χρηματοδότησης δεν τηρήθηκαν και, κατά συνέπεια, οι εκταμιεύσεις δεν πραγματοποιήθηκαν.

Ο Ντάλιπ Σινγκ, αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών την περίοδο 2011–2017, περιέγραψε ότι το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014 η συζήτηση για το ελληνικό πρόγραμμα είχε πάψει να είναι καθαρά οικονομική και είχε μετατραπεί σε ζήτημα εμπιστοσύνης. Στο επίκεντρο βρισκόταν, είπε, το κατά πόσον η Ελλάδα μπορούσε να θεωρηθεί αξιόπιστη στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων χωρίς πρόσθετη πίεση και πειθαρχία, όπως έλεγαν στο Βερολίνο. Την ίδια στιγμή είχε πέσει στο τραπέζι πρόταση για πιο στοχευμένο και περιορισμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, όπως κατέθεσε, η αντίδραση των θεσμών ήταν αρνητική και ιδιαίτερα σκληρή. 

«Μου είπαν ουσιαστικά, “είσαι αφελής, σε χειραγωγούν”», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η στάση αυτή προερχόταν κυρίως από το ΔΝΤ, με αντίστοιχες επιφυλάξεις και από την ευρωπαϊκή πλευρά.

Οπως περιέγραψε, το βασικό επιχείρημα ήταν ότι τα δεδομένα είχαν ήδη ληφθεί υπόψη και ότι δεν υπήρχε λόγος να θεωρεί κανείς πως η ελληνική πλευρά θα απέδιδε καλύτερα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο.

Ο Ντάλιπ Σινγκ πρόσθεσε ότι η ελληνική κρίση είχε πάψει πλέον να είναι μια καθαρά τεχνική ή θεσμική διαδικασία και είχε αποκτήσει έντονα προσωπικό χαρακτήρα για όλους τους εμπλεκόμενους. Οπως ανέφερε, η κοινωνική και οικονομική επιβάρυνση στην Ελλάδα ήταν πλέον εμφανής, σε βαθμό που γινόταν άμεσα αντιληπτή ακόμη και με την άφιξη κάποιου στη χώρα.

«Είναι προφανές ότι τότε γίνεται προσωπικό για όλους στην Ελλάδα, όταν το ΔΝΤ επιβάλλει όρους που κάνουν την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη», σημείωσε.

Από την πλευρά του, ο Πιερ Μοσκοβισί, Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων την περίοδο 2014-2019, υπογράμμισε στο ντοκιμαντέρ ότι η Κριστίν Λαγκάρντ, έχοντας διατελέσει υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, κατανοούσε ιδιαίτερα καλά την ελληνική περίπτωση. Οπως είπε, αυτό συνέβαλε στο να υπάρξει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση απέναντι στις απαιτήσεις του προγράμματος.

Ο κ. Μοσκοβισί τόνισε ότι, πέρα από τις πολιτικές ηγεσίες και τους θεσμικούς συνομιλητές, καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις είχε και ο Πολ Τόμσεν, ο οποίος συμμετείχε συστηματικά στις συσκέψεις ακόμη και όταν η επικεφαλής του ΔΝΤ δεν ήταν παρούσα. Οπως σημείωσε, ο ίδιος διατηρούσε μια ιδιαίτερα αυστηρή στάση κατά τη διάρκεια των συζητήσεων.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, υπήρξε έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ της ηγεσίας του ΔΝΤ -όπως εκπροσωπούνταν από τον Πολ Τόμσεν εκείνη την περίοδο- και των ελληνικών αρχών. «Υπήρχε έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ της ηγεσίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των ελληνικών αρχών», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η σχέση αυτή ήταν δύσκολη, ακόμη κι αν η προσπάθεια κατανόησης υπήρχε και από τις δύο πλευρές.

Οπως ανέφερε ο Τζέφρι Φρανκς, υπήρχε η αντίληψη πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, για πολιτικούς λόγους, ήταν συχνά πιο πρόθυμοι να θεωρούν ότι οι όροι των προγραμμάτων είχαν εκπληρωθεί, ακόμη και όταν αυτό αμφισβητούνταν από το ΔΝΤ, δημιουργώντας ένταση μεταξύ των θεσμών. Από την πλευρά του ο Τόμας Βίζερ περιέγραψε ότι αυτή η διαφωνία έφτανε σε ορισμένες περιπτώσεις να παίρνει έντονο προσωπικό χαρακτήρα μεταξύ εμπλεκομένων.

Σύμφωνα με τον Ντέκλαν Κοστέλο επρόκειτο για μια διαρκή ένταση μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαϊκών χωρών-πιστωτών, με βασικό διακύβευμα το ζήτημα «ποιος θα πληρώσει».

Οπως τόνισε ο Κλάους Ρέγκλινγκ, το ΔΝΤ λειτουργεί με διαφορετικό μοντέλο δανεισμού σε σχέση με την Ευρώπη, η οποία μετακυλύει το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο στον δανειολήπτη, ενώ το Ταμείο εφαρμόζει υψηλότερα επιτόκια και, όπως σημειώνει, καταγράφει και κέρδη από τα δανειακά του προγράμματα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κέρδη από το ελληνικό πρόγραμμα εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου πέντε χρόνια λειτουργίας του ΔΝΤ.

Ο Τόμας Βίζερ ανέφερε ότι ήδη από το 2012 είχε γίνει σαφές πως το ελληνικό πρόγραμμα δεν έλυνε τα θεμελιώδη προβλήματα της οικονομίας, με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη να θεωρείται πλέον πιθανό. Αποκαλύπτει μάλιστα ότι σε απόλυτη μυστικότητα στελέχη του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Κομισιόν επεξεργάστηκαν λεπτομερές σχέδιο έκτακτης ανάγκης για πιθανό Grexit.

«Το είχαμε δουλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ακόμη και ποιος θα έστελνε στρατιωτικά αεροπλάνα για να παραλάβουν εγκλωβισμένους τουρίστες», ανέφερε, σημειώνοντας ότι το σχέδιο είχε κωδική ονομασία «Ενταξη της Κροατίας στην Ε.Ε.».

Ο Αντώνης Σαμαράς περιέγραψε ότι, σε συνάντησή του με τη Μέρκελ στο Βερολίνο το 2012, του παρουσιάστηκε το σενάριο ύπαρξης «plan B» σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, το οποίο ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά, ξεκαθαρίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή δεν ήταν αποδεκτή: «Αυτή τη συζήτηση δεν την κάνουμε. Δεν υπάρχει περίπτωση να δεχθώ έξοδο από το ευρώ».

Μια ελληνική έξοδος θα απαιτούσε προληπτική χρηματοδότηση που θα μπορούσε να φτάσει έως και το 1 τρισ. ευρώ, εξήγησε ο κ. Βίζερ: «Το 2012, είχαμε πολλά χρήματα. Είχαμε δημιουργήσει δίχτυ ασφαλείας της Ευρωζώνης, αλλά 1 τρισ. ευρώ σίγουρα δεν το είχαμε στη διάθεσή μας».

Το ζήτημα, ανέφερε, τέθηκε σε ανώτατο επίπεδο και παρουσιάστηκε στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε συνάντηση στο Τόκιο, όπου μετά την ανάλυση εκείνος ρώτησε: «Είσαι πραγματικά βέβαιος;» και, λαμβάνοντας καταφατική απάντηση, ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ απάντησε με ένα απλό «ΟΚ».

Παρά το γεγονός ότι ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ αντιτασσόταν έντονα στο ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, δεν μπορούσε πλέον να αποκλείσει το σενάριο: «Δεν μπορούσα να αποκλείσω την πιθανότητα να δούμε την Ελλάδα εκτός ευρώ. Ημουν πάντα αντίθετος σε αυτό, αλλά τότε είπα: αν συμβεί, πρέπει να είμαστε έτοιμοι». 

Ο Μαργαρίτης Σχοινάς περιέγραψε ότι, υπό αυτό το πλαίσιο, δόθηκε εντολή από τον πρόεδρο της Κομισιόν για την προετοιμασία ενός συνολικού «Plan B», με στόχο την αποτύπωση όλων των πιθανών συνεπειών μιας εξόδου.

Οπως εξήγησε, το σχέδιο κάλυπτε όχι μόνο οικονομικές παραμέτρους, αλλά και κρίσιμους τομείς όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η ενέργεια και οι διασυνοριακοί έλεγχοι. «Ηταν ένα εφιαλτικό σενάριο», τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο Τόμας Βίζερ υποστήριξε ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο 2012 και το 2015 ήταν πως, στην πρώτη φάση της κρίσης, τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας ήθελαν ξεκάθαρα την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ενωση.

«Το 2015 αρχίσαμε να έχουμε αμφιβολίες. Θέλει πραγματικά η ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει εκεί όπου βρίσκεται;» ανέφερε. 

Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης παραδέχθηκε στις δημιουργούς του ντοκιμαντέρ ότι ένα ενδεχόμενο Grexit θα ενείχε σοβαρό ρίσκο, υποστήριξε όμως ότι κάθε μεγάλη ιστορική αλλαγή συνοδεύεται από αναταράξεις.

«Οτιδήποτε αλλάζει απότομα την πορεία μιας χώρας φέρνει αναστάτωση. Ακόμη και η Επανάσταση του 1821 είχε ρίσκο», σημείωσε.

Ο Γιώργος Σταθάκης ισχυρίστηκε ότι ούτε η ίδια η Ευρώπη διέθετε ένα πλήρως επεξεργασμένο και ρεαλιστικό σχέδιο για έξοδο χώρας από το ευρώ. Οπως είπε, οι σχετικές μελέτες δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, καθώς οι συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου θεωρούνταν αδύνατο να εκτιμηθούν με ακρίβεια.

Ο Γιάννης Στουρνάρας περιέγραψε με δραματικούς όρους τι θα σήμαινε μια έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη: «Θα ήταν καταστροφή», τόνισε, εξηγώντας ότι η χώρα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με αλυσιδωτές δυσλειτουργίες στην οικονομία και την καθημερινότητα. Από την εισαγωγή καυσίμων και προϊόντων μέχρι τη λειτουργία επιχειρηματικών συμβολαίων και τη δυνατότητα των πολιτών να πραγματοποιούν συναλλαγές στο εξωτερικό.

Ο Τόμας Βίζερ άνοιξε για πρώτη φορά το αρχείο του περιβόητου «Plan B» για πιθανή έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, παρουσιάζοντας χειρόγραφες σημειώσεις, έγγραφα και αναλύσεις. 

«Εδώ μέσα είναι το “Greece Plan B”», λέει, δείχνοντας ακόμη κι ένα χαρτί από εστιατόριο πάνω στο οποίο, όπως εξηγεί, σχεδίασε σε Ελληνα πολιτικό πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια χρεοκοπία της χώρας και έξοδος από την Ευρωζώνη.

Το σχέδιο έφερε την κωδική ονομασία «Albanian Contingency Analysis and Plan», τίτλος που -όπως αποκαλύπτει ο Μάρτιν Βερβέι, επικεφαλής του Plan B το 2015- επιλέχθηκε σκόπιμα ως παραπλανητικό «καμουφλάζ».

Οπως εξήγησε, η ονομασία ήταν εμπνευσμένη από την ταινία «Wag the Dog», στην οποία σκηνοθετείται ένας φανταστικός πόλεμος στην Αλβανία για αντιπερισπασμό της κοινής γνώμης.

Το σχέδιο αριθμούσε περίπου 139 σελίδες και περιλάμβανε αναλυτικά σενάρια για στάση πληρωμών, διαχείριση εξόδου από το ευρώ, capital controls και εισαγωγή νέου νομίσματος.

Ο Μαργαρίτης Σχοινάς παραδέχθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξη του σχεδίου, σημειώνοντας πως ακόμη και η προετοιμασία του δημιουργούσε τεράστια πίεση.

Σύμφωνα με τον Μάρτιν Βερβέι, το βασικό σενάριο προέβλεπε μετατροπή των τραπεζικών καταθέσεων σε νέο εθνικό νόμισμα και άμεση υποτίμηση της νέας δραχμής κατά 60% έως 80%. «Μιλάμε ουσιαστικά για κατάρρευση της αξίας του νομίσματος μέσα σε μία νύχτα», σημείωσε.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι σε ένα τέτοιο σενάριο το ελληνικό χρέος θα μπορούσε να εκτιναχθεί ακόμη και στο 500%-600% του ΑΕΠ, καθιστώντας το πλήρως μη βιώσιμο.

Ενδεχόμενες συνέπειες

Ο κ. Βίζερ περιέγραψε τις πιθανές συνέπειες με δραματικούς όρους: εκτόξευση του κόστους εισαγόμενων προϊόντων, από φάρμακα μέχρι καύσιμα και στρατιωτικό εξοπλισμό, κατάρρευση αποταμιεύσεων και αμφισβήτηση ακόμη και της καταβολής συντάξεων. «Θα ήταν όχι μόνο οικονομική, αλλά κοινωνική καταστροφή», τόνισε.

Από την πλευρά του, ο Κλάους Ρέγκλινγκ εκτίμησε ότι το 2015 η Ευρωζώνη θα μπορούσε πλέον να αντέξει ένα Grexit χωρίς γενικευμένη μετάδοση της κρίσης. «Το πρόβλημα θα ήταν κυρίως η ίδια η Ελλάδα», ανέφερε.

Οι αποκαλύψεις για το σχέδιο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ φτάνουν ακόμη και στο πρακτικό ερώτημα της δημιουργίας νέου νομίσματος.

Πρακτικό ζήτημα

Σε ερώτηση για το πώς μπορεί να τυπωθεί ένα νέο εθνικό νόμισμα, ο Τόμας Βίζερ απάντησε με χαρακτηριστική απλότητα: «Το να τυπώσεις νέο νόμισμα είναι εύκολο. Χρειάζεσαι μηχανές, χαρτί και μελάνι».

Ωστόσο, ο Μάρτιν Βερβέι εξήγησε ότι η πραγματική δυσκολία βρισκόταν στον χρόνο που απαιτούσε μια τέτοια διαδικασία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας που επεξεργαζόταν το «Plan B», η εκτύπωση επαρκούς ποσότητας νέου χρήματος θα χρειαζόταν περίπου οκτώ έως εννέα μήνες. «Το κρίσιμο ερώτημα ήταν τι θα συνέβαινε στο μεσοδιάστημα», σημείωσε.

Οπως αποκάλυψε, μεταξύ των σεναρίων που εξετάστηκαν ήταν ακόμη και η προσωρινή χρήση των ήδη υπαρχόντων χαρτονομισμάτων ευρώ, είτε με ειδική σφραγίδα είτε ακόμη και με διάτρηση, ώστε να μετατραπούν προσωρινά σε νέο εθνικό νόμισμα.

Σε ερώτηση για το ποιος θα πλήρωνε το μεγαλύτερο τίμημα ενός Grexit, ο Μάρτιν Βερβέι απάντησε χωρίς περιστροφές: «Οι άνθρωποι στην Ελλάδα, προφανώς».

Οπως σημείωσε, σε τέτοιες κρίσεις οι πιο ευάλωτοι πλήττονται πάντοτε περισσότερο από τους ισχυρούς και οικονομικά προστατευμένους. «Οι πιο αδύναμοι είναι αυτοί που πληρώνουν πιο βαριά το κόστος», είπε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος επεσήμενα την ειρωνεία της περιόδου, σημειώνοντας ότι μια σύγκρουση γύρω από το πρόγραμμα στήριξης θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει ξανά την Ελλάδα… πίσω σε νέο πρόγραμμα. «Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία όλης της υπόθεσης», τονίζει.

Είχε γίνει συζήτηση για το παράλληλο νόμισμα; Οπως είπε ο Νίκος Παππάς, υπουργός Επικρατείας 2015-2016, είχε γίνει μια συζήτηση πολύ επιδερμική.

Πηγή: ΣΚΑΪ

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT