Το παρασκήνιο του 2015, η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και στο το ενδεχόμενο εξόδου, καθώς και οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τις κρίσιμες αποφάσεις για τη χώρα και την Ευρώπη ζωντανεύουν στη νέα σειρά ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ, «Στο Χιλιοστό».
Η σειρά, που αποτελείται από έξι επεισόδια, βασίζεται στο βιβλίο «Η Τελευταία Μπλόφα» των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού.
Οι δύο δημοσιογράφοι δεν αφηγούνται απλώς τα γεγονότα. Το 2015 βρίσκονταν στις Βρυξέλλες ως ανταποκρίτριες, παρακολουθώντας από κοντά τις εξελίξεις και καταγράφοντας λεπτό προς λεπτό τις διαπραγματεύσεις, σε μια περίοδο όπου κάθε απόφαση μπορούσε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων.
Μια δεκαετία μετά, τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο ανοίγουν τα χαρτιά τους. Πολιτικοί, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, διπλωμάτες και τεχνοκράτες μιλούν για όσα έμειναν μακριά από τη δημοσιότητα: Τις εντάσεις, τις διαφωνίες, τα λάθη και τα διλήμματα που σημάδεψαν εκείνη την περίοδο.
Ελπίζοντας για την ελπίδα
Το πρώτο επεισόδιο, μας επιστρέφει στις αρχές του 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της χώρας.
Στην περίοδο που προηγήθηκε των εκλογών, η ελληνική κοινωνία, εξαντλημένη από τα συνεχή μέτρα λιτότητας και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, αναζήτησε μια διαφορετική πορεία. Ο λαός στράφηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, επενδύοντας σε αυτόν την προσδοκία για αλλαγή και την ελπίδα ότι μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια καλύτερη προοπτική.
Μέσα από τις αφηγήσεις προσώπων όπως οι Νίκος Παππάς, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Παναγιώτης Λαφαζάνης και Γιώργος Σταθάκης, αποτυπώνονται οι πρώτες κινήσεις μιας κυβέρνησης που επιχείρησε να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού.
«Οταν βγήκα από το σπίτι μου στα Χανιά, συνειδητοποίησα πως ένας στους δύο Χανιώτες είχε ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ», θυμάται ο Γιώργος Σταθάκης ο οποίος διετέλεσε υπουργός Ανάπτυξης της κυβέρνησης την περίοδο 2015-2016.
«Δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου ότι θα καταφέρουμε κάτι τέτοιο. Είχα την εικόνα της συμμετοχής σε ένα κόμμα το οποίο θα προσπαθεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να βγάζει μια ατζέντα, να κινητοποιεί κάποιον κόσμο, ενδεχομένως να συμμετάσχει σε κάποια κυβέρνηση ως εταίρος, μικρός», περιγράφει ο τότε υπουργός Επικρατείας Νίκος Παπάς, προσθέτοντας πως λίγο πριν από την ανάληψη εξουσίας το κόμμα είχε σαφώς συνειδητοποιήσει τη διαφορά δυναμικής και την άνοδό του, ωστόσο οπωσδήποτε η συνειδητοποίηση της επερχόμενης άσκησης κυβερνητικού έργου αποτελεί πάντα μια «ευχάριστη έκπληξη».
«Εγινε κάτι το οποίο ήταν απαγορευμένο μέχρι τότε. Ενας φορέας ο οποίος ήταν της ιστορικής Αριστεράς, της κομμουνιστικής παράδοσης, πήρε θέση κυβέρνησης», συνοψίζει.
Τα αίτια της οικονομικής κρίσης
Στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής έρευνας γίνεται μια συνοπτική αναφορά στα αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα στην οικονομική κρίση, καθώς επισημαίνεται ότι για χρόνια η χώρα λειτουργούσε οικονομικά πέρα από τις πραγματικές της δυνατότητες. Παράλληλα, τονίζεται πως υπήρξαν διαστρεβλώσεις και χειρισμοί στα δημοσιονομικά στοιχεία για να παρουσιαστούν με τρόπο που διευκόλυνε την ένταξη στο ευρώ, δημιουργώντας ένα εύθραυστο υπόβαθρο.
Την ίδια στιγμή, επισημαίνεται ότι και σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπήρχαν σημαντικές αδυναμίες, καθώς δεν υφίστατο ένα επαρκές, έτοιμο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων για κράτη-μέλη, ενώ και ο αρχικός σχεδιασμός των προγραμμάτων στήριξης αποδείχθηκε ανεπαρκής, με το πρώτο μνημόνιο να αποτιμάται στο σήμερα ως λανθασμένα σχεδιασμένο. Ολοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στην ένταση των συνεπειών της κρίσης, με τους πολίτες να υφίστανται σοβαρές οικονομικές επιβαρύνσεις και πιέσεις.
Η ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ
«Νομίζω ότι η κρίση έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ», υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπουργός Οικονομικών και υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς από τον Ιούλιο του 2015 μέχρι τον Ιούλιο του 2019.
Χαρακτηριστικό της περιόδου εκείνης ήταν η θέση του τότε προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, περί κατάργησης των μνημονίων «με έναν νόμο κι ένα άρθρο».
Σχολιάζοντας την τοποθέτηση αυτή, σήμερα, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Ελλάδας το 2015, αποκαλύπτει πως ο ίδιος πίστευε, εκφράζοντας και στον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα αυτή την πεποίθηση, πως το σλόγκαν αυτό είναι δημαγωγικό, λαϊκίστικο, και φτηνό.
Μάλιστα, ενθυμούμενος το πρόγραμμα που παρουσίασε, ενδεικτικά, ο μετέπειτα πρωθυπουργός στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης παραδέχτηκε πως «σκεφτήκαμε ότι αερολογεί αυτή τη στιγμή, αλλά… τα αυτιά από κάτω, ήταν πολύ ευχαριστημένα», αφού «το χειροκρότημα σκέπαζε τα πάντα», και «στο χειροκρότημα είμαστε πρώτοι εδώ στη χώρα».
Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, που διετέλεσε γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού την περίοδο 2015-2016 και υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος από το 2016 έως το 2019, εκτιμά πως το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε, τότε στη ΔΕΘ, θα μπορούσε να είναι εφικτό υπό μια άλλη οικονομική στρατηγική που θα έθετε άλλες προτεραιότητες.
Για τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών και υπουργό Οικονομικών μετά την παραίτηση Βαρουφάκη, η αποτελεσματικότητα των εξαγγελιών εκείνης της ΔΕΘ ήταν σε συνάρτηση αφενός με το πόσο γρήγορα ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατέληγε σε συμφωνία με τους δανειστές κι αφετέρου με το πόσο γρήγορα θα υπήρχε συμφωνία ειδικά για τα πλεονάσματα και για το χρέος.
Ο ίδιος, πάντως, αναγνωρίζει ως λάθος την απόφαση «να μην ψηφίσουμε τον ΠτΔ και να πέσει η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου», αφού αυτό δεν διευκόλυνε, εκ του αποτελέσματος, τη μετέπειτα οικονομική πολιτική.
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία
Σε κάθε περίπτωση, στις 25 Ιανουαρίου του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ανέρχεται στην εξουσία δημιουργώντας κυβέρνηση συνεργασίας με τους Ανεξάρτητους Ελληνες του Πάνου Καμμένου.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη επικρατεί έντονη αναμονή.
Σε διεθνές επίπεδο ήταν πάντως κατανοητό πως σε μεγάλο βαθμό οι προεκλογικές εξαγγελίες συχνά διατυπώνονται με πιο έντονο και διεκδικητικό τρόπο, ενώ κατά την άσκηση της εξουσίας τα κόμματα τείνουν να προσαρμόζουν τη στάση τους, υιοθετώντας πιο μετριοπαθείς και ρεαλιστικές θέσεις.
«Αυτή τη νέα κυβέρνηση την καλωσόρισαν πολλοί. Στη Βόρεια Ευρώπη, ας πούμε, ή στην υπόλοιπη Ευρώπη. Περιμέναμε μια νέα προσέγγιση από μια κυβέρνηση που θα αντιμετώπιζε πιο σοβαρά την καταπολέμηση της διαφθοράς. Θα έλεγα ξεκάθαρα ότι η υπόλοιπη Ευρώπη ήταν πολύ ανοικτή στο να ακούσει τι ήθελε η νέα κυβέρνηση και να συνεχίσει τη συνεργασία», συνοψίζει ο Κλάους Ρέγκλινγκ, διευθύνων σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, από το 2012 έως το 2022.
Η Ευρώπη «στην πρίζα»
Πρόσωπα όπως ο τότε επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ και ο αξιωματούχος Τόμας Βίζερ, πάντως, περιγράφουν το κλίμα επιφυλακτικότητας αλλά και ανησυχίας απέναντι στη νέα ελληνική κυβέρνηση.
Κεντρικό ρόλο στις εξελίξεις έχει ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, ο οποίος από την πρώτη στιγμή φέρνει ένταση στις διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα με τον Νίκο Παππά, ενδεικτικό είναι το γεγονός πως η κυβέρνηση είχε συζητήσει για μια συγκεκριμένη στρατηγική όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, ωστόσο «το συμφωνηθέν» δεν ακολουθήθηκε.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Τόμας Βίζερ για τον πρώην υπουργό Οικονομικών.
Οπως αναφέρει, ο ίδιος δεν είχε ακούσει ποτέ –μέχρι τότε– το όνομά του, καθώς ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν «λιγότερο γνωστός στο κόσμο της οικονομετρίας απ’ όσο μας έκανε να πιστεύουμε».
Μάλιστα, προσθέτει πως δεν χρειάστηκε καν να μεριμνήσει ώστε να μάθει κάποια πράγματα γύρω από το άτομό του, αφού ο ίδιος ο κ. Βαρουφάκης φρόντιζε να μιλά και να εκφράζεται τόσο υπερβολικά, ώστε δεν χρειαζόταν να ξέρει κανείς κάτι περισσότερο για εκείνον.
Σε κάθε περίπτωση, ο Τ. Βίζερ υπογράμμισε πως η Ευρώπη έδειξε ξεκάθαρα την πρόθεσή της να βοηθήσει την Ελλάδα, στον βαθμό που μπορούσε, να παραμείνει εντός της Ενωσης και του Ευρώ.
Ωστόσο, όπως τονίζει ο πρόεδρος του Εurogroup από το 2013 μέχρι το 2018, Γερούν Ντάισελμπλουμ, από την άλλη πλευρά υπήρχε ένας νέος υπουργός Οικονομικών που έλεγε ότι «ήμασταν όλοι τρελοί και πως η προσέγγιση, τα τελευταία χρόνια, ήταν λάθος».
Μάλιστα, με βάση το παραπάνω, κάποιοι από τους Ευρωπαίους εταίρους, θυμάται, τον συμβούλευαν να μη μεταβεί στην Αθήνα.
«Κάποιοι, όπως λόγου χάρη ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πίστευαν πως θα φαινόταν άσχημο να πηγαίναμε εμείς στην Αθήνα», σχολιάζει ο ενδεικτικά ο κ. Βίζερ.
Η πρώτη του επαφή με τους Ευρωπαίους ομολόγους του, καθώς και η χαρακτηριστική κοινή εμφάνιση με τον Ντάισελμπλουμ στην Αθήνα, έχουν μείνει ως από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές εκείνης της ταραχώδους περιόδου.
«Νομίζω πως πίστευε ότι ήταν ξεκάθαρο ποια πλευρά ήταν εκείνη που ζητούσε κάτι και ποια πλευρά ήταν σε θέση να πει ναι ή όχι. Είχε να κάνει με επίδειξη ισχύος», καταλήγει ο κ. Ντάισελμπλουμ υπογραμμίζοντας πως ο ίδιος δεν συμφωνούσε με αυτό, αντιλαμβανόμενος ότι η νέα κυβέρνηση ανήλθε στην εξουσία δημοκρατικά –με την ψήφο των πολιτών– κι έτσι η Ευρώπη όφειλε να συνεργαστεί μαζί της.
Οσον αφορά τη συνάντηση στο υπουργείο Οικονομικών, ο κ. Ντάισελμπλουμ, θυμάται ένα ιδιαιτέρως περίεργο κλίμα, με το κτίριο να είναι σχεδόν άδειο. Μετά τις φιλικές πρώτες συζητήσεις, εντύπωση είχε κάνει στον τότε πρόεδρο του Eurogroup η πρόθεση του κ. Βαρουφάκη να απολύσει εκατοντάδες υπαλλήλους του υπουργείου, καθώς έκρινε πως δεν μπορούσε να τους εμπιστευτεί.
Για τον κ. Σταθάκη, πάντως, το κλίμα, όπως το ανακαλεί στη μνήμη του, ήταν πολύ καλό, αφού ειπώθηκαν και από τις δύο πλευρές κάποιες πολύ εισαγωγικές πρώτες σκέψεις, παρά την ύπαρξη έμμεσων απειλών περί «δραματικής κατάστασης» και φόβου για να «μη συμβεί κάτι το δραματικό».
Η επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου
Ο Γιάννης Στουρνάρας αποκάλυψε ότι μετά το επεισόδιο του Γιάνη Βαρουφάκη με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ μπροστά στις κάμερες, όταν ο τότε υπουργός Οικονομικών αποκάλεσε την τρόικα σαθρά δομημένη επιτροπή με την οποία η κυβέρνηση δεν είχε πρόθεση να συνεργαστεί, επικοινώνησε με τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος αναρωτήθηκε: «Είπε τέτοιο πράγμα. Τι μπορούμε να κάνουμε τώρα;».
Τότε, όπως αποκάλυψε ο Γιάννης Στουρνάρας, του έδωσε το τηλέφωνο του Μάριο Ντράγκι, με τον οποίο επικοινώνησε ο τότε πρωθυπουργός, διαβεβαιώνοντας ότι αυτά που δήλωσε ο τότε υπουργός Οικονομικών, πως δεν έχουν σκοπό να συνεργαστούν με την τρόικα, δεν ισχύουν.
«Ολα αυτά φυσικά λέγονταν στα ελληνικά, οπότε άκουγα τον τόνο της φωνής του αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι λέει», περιγράφει ο κ. Ντάισελμπλουμ προσθέτοντας πως, για κάποιο λόγο, η διερμηνεία καθυστερούσε πολύ.
«Οπότε βρέθηκα να κάθομαι δίπλα σε έναν τύπο που ανέτρεπε όλα όσα προσπαθούσα να καταφέρω για τους ηρεμήσω όλους και να υπάρξει εποικοδομητική συζήτηση».

