Μπορούμε να βγούμε αλώβητοι από την κρίση;

Η διάρκειά της και το μείγμα των μέτρων που θα επιλεγούν θα δώσουν την απάντηση

2' 30" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το μεγαλύτερο δίλημμα αυτή τη στιγμή σε όλες τις οικονομίες παγκοσμίως, προφανώς και στην ελληνική, είναι πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το κόστος από τις πολύ υψηλές τιμές της ενέργειας που προκαλεί ο «βαλτωμένος» πόλεμος στον Κόλπο.

Ολοι πιέζονται. Και όλοι κινούνται με τη λογική του «βλέποντας και κάνοντας». Δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να δεσμευθούν για μακροχρόνιες δαπάνες, όπως έκαναν στις δύο προηγούμενες κρίσεις, της πανδημίας και του ρωσοουκρανικού πολέμου. Η τότε συνταγή θεωρήθηκε εκ των υστέρων ότι στέρησε πόρους από άλλες πολιτικές που σήμερα οι κυβερνήσεις τις βρίσκουν μπροστά τους, όπως το στεγαστικό, ενώ δημιούργησε και τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα που ακόμη δεν έχουν αποπληρωθεί.

Βασικός παράγοντας, που δημιουργεί την αίσθηση πως το καλύτερο σενάριο της μη κλιμάκωσης του πολέμου, άρα και του μικρότερου κόστους, είναι το επικρατέστερο, υποχρεώνει όλους σε αναμονή. Ουδείς πιστεύει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα πάει στις ενδιάμεσες εκλογές του φθινοπώρου με τιμές καυσίμων που σήμερα ξεπερνούν τα 5 δολάρια το γαλόνι. Η πολιτική κορύφωση του Νοεμβρίου θεωρείται, δηλαδή, από τα περισσότερα κυβερνητικά οικονομικά επιτελεία του δυτικού κόσμου ότι θα λειτουργήσει στην κατεύθυνση εκτόνωσης της κατάστασης, όπως είχε γίνει για επίσης λόγους εσωτερικής αμερικανικής κατανάλωσης, πριν από ένα χρόνο με τον πόλεμο των δασμών.

Στην Ευρώπη, επίσης για πολιτικούς λόγους οι πιο πιεσμένοι από το εσωτερικό σκηνικό τους, όπως η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, πιέζουν για μέτρα εκτός δημοσιονομικού πλαισίου, οριζόντιου χαρακτήρα. Οι πιο πολλοί, ωστόσο, προβληματίζονται από τον κίνδυνο να τροφοδοτήσουν οι ίδιοι με τις πολιτικές τους, εάν επιλέξουν να ρίξουν μαζικά λεφτά, ένα μακράς διαρκείας πληθωριστικό φαινόμενο, το οποίο συνήθως προκαλεί λαϊκή οργή και δυσαρέσκεια, καθώς και άνοδο των άκρων.

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση παρακολουθεί την κατάσταση με το βλέμμα και στις προσεχείς εθνικές εκλογές. Θα ήθελε, ιδανικά, τα μέτρα του Απριλίου να είναι και τα τελευταία πριν από τη φετινή ΔΕΘ, όπου και προγραμματίζει να παρουσιάσει ένα ευρύ οικονομικό πρόγραμμα παροχών που θα ισχύσουν από το 2027 και με το οποίο θα πάμε στις εκλογές. Με αυτό το σκεπτικό, θα εξέταζε και πιθανότατα θα υλοποιήσει, το πολύ κάποιες παρατάσεις στην επιδότηση του ντίζελ και στο (προβληματικό για την αγορά) πλαφόν και μέχρις εκεί. Το σκηνικό της μακράς προεκλογικής περιόδου και της αβεβαιότητας στο διεθνές σκηνικό απαιτεί «καύσιμα», τα οποία, αν καούν από τώρα, είναι πιθανό στην πορεία να «ξεμείνουμε».

Υπάρχει ωστόσο ένα πρόβλημα. Το ακριβό πετρέλαιο μας «πονάει» περισσότερο από τους άλλους, κάτι που ήδη το πληρώνουμε με υψηλότερο πληθωρισμό, άρα με νέα ακρίβεια. Το πετρέλαιο στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα φτάνει στο 75% έναντι 55% στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σε συνδυασμό με τη θετική, αλλά παραμορφωτική στην παρούσα συγκυρία εμφάνιση του θετικού παραγωγικού κενού (στην Ευρώπη είναι αρνητικό) και της υψηλής ζήτησης που τροφοδοτείται από τις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης (πολλαπλάσιες άλλων οικονομικών ως ποσοστό του ΑΕΠ), απειλεί σε περίπτωση επιπλέον παροχών με ακόμη υψηλότερο πληθωρισμό. Με λίγα λόγια, το ελληνικό πρόβλημα είναι μεν μεγαλύτερο, η καλή δημοσιονομική κατάσταση δίνει τη δυνατότητα πολύ περισσότερων μέτρων, αλλά το μείγμα που θα επιλεγεί θα κρίνει εάν θα βγούμε αλώβητοι από τη νέα κρίση.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT