Νέο κύκλο συζήτησης για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα (ΒΑΕ) ανοίγει η κυβερνητική πρωτοβουλία για ένταξη παλαιών νοσηλευτών και πληρωμάτων ασθενοφόρων στο ειδικό ασφαλιστικό καθεστώς, σε μια παρέμβαση που επιχειρεί να κλείσει μια χρόνια ασφαλιστική εκκρεμότητα στο ΕΣΥ και στο ΕΚΑΒ. Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως προανήγγειλε ρύθμιση που αφορά νοσηλευτές, βοηθούς νοσηλευτών, οδηγούς ασθενοφόρων και διασώστες του ΕΚΑΒ που είχαν προσληφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2011, καλύπτοντας –σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις– περισσότερους από 23.000 εργαζομένους.
Η παρέμβαση στοχεύει να θεραπεύσει μια ασφαλιστική ανισότητα που υφίσταται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Από το 2011 και μετά, όσοι προσλαμβάνονταν σε συγκεκριμένες ειδικότητες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ εντάσσονταν στα ΒΑΕ μέσω του Κανονισμού του πρώην ΙΚΑ, ενώ οι παλαιότεροι συνάδελφοί τους, αν και εκτελούσαν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, παρέμεναν εκτός του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα ήταν να συνυπάρχουν στο ίδιο νοσοκομείο ή στο ίδιο ασθενοφόρο εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων, με διαφορετικά ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Η προωθούμενη ρύθμιση οδηγεί σε πλήρη συνταξιοδότηση έως και πέντε χρόνια νωρίτερα σε σχέση με τα γενικά όρια ηλικίας. Για πολλούς εργαζομένους του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ αυτό μεταφράζεται σε έξοδο ακόμη και πριν από το 62ο έτος, υπό την προϋπόθεση ότι συμπληρώνονται οι απαιτούμενες ημέρες και τα έτη ασφάλισης στο καθεστώς ΒΑΕ.
Παράλληλα, η ρύθμιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την επικουρική ασφάλιση, καθώς –σύμφωνα με πληροφορίες– για πρώτη φορά θα υπάρξει ενιαία αντιμετώπιση κύριας και επικουρικής ασφάλισης για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων.
Κεντρικό στοιχείο της ρύθμισης θεωρείται επίσης η δυνατότητα αναγνώρισης και εξαγοράς προγενέστερου χρόνου ασφάλισης. Ο χρόνος αυτός, σύμφωνα με πληροφορίες, θα θεωρείται πραγματικός και όχι πλασματικός, κάτι που έχει ιδιαίτερη ασφαλιστική βαρύτητα. Στην πράξη σημαίνει ότι δεν θα προσμετρείται στο ανώτατο όριο πλασματικών ετών που μπορεί να αναγνωρίσει ένας εργαζόμενος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η εξαγορά θα μπορεί να γίνει είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις, μέσω καταβολής του σχετικού επασφαλίστρου.
Το ζήτημα αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμο στοιχείο για τη δυνατότητα συνταξιοδότησης. Για να θεμελιώσει ένας εργαζόμενος δικαίωμα εξόδου με το καθεστώς ΒΑΕ, απαιτείται πολυετής συμμετοχή στο ειδικό ασφαλιστικό καθεστώς – συνήθως τουλάχιστον 12 χρόνια ασφάλισης σε ΒΑΕ. Γι’ αυτό και το ερώτημα εάν η ένταξη θα έχει πλήρη αναδρομική αποκτά κομβική σημασία.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, η παρέμβαση αφορά την «αποκατάσταση δικαιοσύνης» για το προσωπικό πρώτης γραμμής του δημόσιου συστήματος υγείας, ωστόσο ανοίγει εκ νέου τη μεγάλη συζήτηση για το ποιοι τελικά πρέπει να εντάσσονται στα ΒΑΕ και με ποια κριτήρια. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το πόρισμα της ειδικής επιτροπής κρίσεως ΒΑΕ υπό τον καθηγητή Παναγιώτη Μπεχράκη, που συντάχθηκε το 2020.
Η λεγόμενη «λίστα Μπεχράκη» δεν αντιμετώπιζε τα ΒΑΕ ως μια στενή λίστα επαγγελμάτων, αλλά ως αποτέλεσμα αξιολόγησης πραγματικών συνθηκών εργασίας. Σύμφωνα με το πόρισμα, καθοριστικό ρόλο παίζουν η έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες, η νυχτερινή εργασία και οι συνεχείς βάρδιες, η χειρωνακτική καταπόνηση, το εργασιακό άγχος, τα επαγγελματικά ατυχήματα και η διαρκής έκθεση σε ανθυγιεινό περιβάλλον.
Η φιλοσοφία αυτή συνδέεται με τη διαχρονική λογική των ΒΑΕ, με τη συζήτηση να ξεκινά από τα πρώτα ευρωπαϊκά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης του 19ου αιώνα, όταν διαπιστώθηκε ότι εργαζόμενοι σε ορυχεία και βαριές βιομηχανίες είχαν μικρότερο προσδόκιμο ζωής από την ηλικία συνταξιοδότησής τους.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση ξεκίνησε το 1951 με τον πρώτο αναγκαστικό νόμο για τα ΒΑΕ, ο οποίος εφαρμόστηκε μέσω του Κανονισμού του ΙΚΑ 12 χρόνια μετά. Ακολούθησαν πάρα πολλές τροποποιήσεις, υπουργικές αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις, μέχρι που τη δεκαετία του ’80 η λίστα των ΒΑΕ ξεχείλωσε εξαιτίας της ένταξης πολλών επαγγελματικών ομάδων με μικροκομματικά κριτήρια.
Από το 2000 και μετά, άρχισαν να δημιουργούνται επιτροπές, οι οποίες είτε δεν κατέληγαν σε πόρισμα, λόγω έλλειψης στοιχείων, είτε έκαναν προτάσεις οι οποίες έμεναν στο συρτάρι. Εως το 2011, που ένα από τα πολλά πορίσματα εφαρμόστηκε, με την απένταξη από τη λίστα πολλών επαγγελμάτων που ήταν πλέον παρωχημένα ή οι όροι εργασίας είχαν βελτιωθεί.
Η βασική φιλοσοφία των πορισμάτων είναι ότι τα ΒΑΕ δεν ταυτίζονται με την απλή «επικινδυνότητα» ενός επαγγέλματος. Και αυτό, γιατί, όπως εξηγούν στην «Κ» ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης, η επικινδυνότητα αντιμετωπίζεται πρωτίστως μέσω πολιτικών υγείας και ασφάλειας. Απαιτούνται δηλαδή μέτρα πρόληψης, ιατρική παρακολούθηση, εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου, καθώς και επιδημιολογική επιτήρηση. Το καθεστώς ΒΑΕ θα πρέπει να έρχεται συμπληρωματικά, ως ασφαλιστικός μηχανισμός αντιστάθμισης της πρόωρης φθοράς του οργανισμού σε εργασίες που προκαλούν αυξημένη νοσηρότητα.

