Δίνει το νέο χωροταξικό επαρκείς απαντήσεις στις προκλήσεις της τουριστικής ανάπτυξης; Θέτει τα σωστά όρια στη δόμηση, την προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού τοπίου; Επιστήμονες από διαφορετικούς χώρους δίνουν τις δικές τους απαντήσεις στην «Κ».
Την προηγούμενη Δευτέρα οι υπουργοί Περιβάλλοντος Σταύρος Παπασταύρου και Τουρισμού Ολγα Κεφαλογιάννη παρουσίασαν το πολυαναμενόμενο κείμενο του ειδικού πλαισίου για τον τουρισμό. Πολυαναμενόμενο, καθώς η εκπόνησή του ανατέθηκε τον Μάιο του 2018, με προθεσμία ολοκλήρωσης 18 μηνών (δηλαδή έως το τέλος του 2019). Υστερα από διαδοχικές παρατάσεις, το πλαίσιο παραδόθηκε τον Μάρτιο του 2021, όμως το υπουργείο Περιβάλλοντος συνέχισε να υποβάλλει στους αναδόχους νέες παρατηρήσεις. Τελικώς το κείμενο δόθηκε από το ΥΠΕΝ σε κλειστή δημόσια διαβούλευση τον Ιούλιο του 2024 (δηλαδή, τα σχόλια των φορέων αποστέλλονται στο ΥΠΕΝ, αλλά δεν αναρτώνται δημοσίως). Και σύμφωνα με όσα ανακοίνωσαν οι δύο υπουργοί, θα τεθεί εκ νέου σε κλειστή διαβούλευση για δύο εβδομάδες, με σκοπό να κυρωθεί έως το τέλος Ιουνίου.
Τι προβλέπει
Συνοπτικά, όσον αφορά το περιεχόμενο, το πλαίσιο κατατάσσει τις 1.035 δημοτικές ενότητες της χώρας σε πέντε κατηγορίες, ανάλογα με τον βαθμό τουριστικής ανάπτυξής τους (χωρίς να συνυπολογίζονται οι κλίνες της βραχυχρόνιας μίσθωσης, που πλέον είναι όσες και εκείνες των ξενοδοχείων). Στις πιο ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές, το πλαίσιο προβλέπει αύξηση της ελάχιστης αρτιότητας και περιορισμό (στα νησιά) του ανώτατου αριθμού κλινών (λ.χ. στις πιο ανεπτυγμένες, 16 στρέμματα και 100 κλίνες, στις ανεπτυγμένες, 12 στρέμματα και 350 κλίνες, στις υπόλοιπες, 8 στρέμματα χωρίς άλλο περιορισμό). Οριο στις κλίνες τίθεται και σε μεσαίου μεγέθους νησιά, ενώ στα μεσαίου και μικρού μεγέθους νησιά ορίζεται ότι οι μεγάλες οργανωμένες τουριστικές αναπτύξεις θα γίνονται με τον μισό συντελεστή δόμησης. Τέλος, το σχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, κατ’ αναλογία των προαναφερθεισών πέντε κατηγοριών, έως και την αναστολή νέων αδειών airbnb σε νεόδμητα σπίτια στα νησιά.
Πώς βλέπουν λοιπόν το κείμενο ειδικοί επιστήμονες και εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών; «Η θεσμοθέτηση ενός ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τον τουρισμό είναι αναγκαία. Η τόσο μεγάλη καθυστέρηση θέσπισης τόσο του εν λόγω πλαισίου όσο και του Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου Νοτίου Αιγαίου, σε μια περίοδο τουριστικής μεγέθυνσης ήταν μια πολιτική επιλογή που είχε συγκεκριμένα αρνητικά χωρικά και κοινωνικά αποτελέσματα», εκτιμά η Εφη Σαραντάκου, αναπλ. καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στο αντικείμενο του χωροταξικού σχεδιασμού του τουρισμού.
Οπως εκτιμά, «θα πρέπει να αξιολογήσουμε το σχέδιο όχι μόνο βάσει των στόχων που διατυπώνει, αλλά και από τη σαφήνεια και τη δεσμευτικότητα των διατάξεών του. Στην πραγματικότητα, οι μόνες άμεσα εκτελεστέες ρυθμίσεις είναι η αύξηση της αρτιότητας και το όριο κλινών, που ουσιαστικά αφορούν τα μεσαίου μεγέθους ξενοδοχεία και στρέφουν εδαφικούς πόρους είτε στα μη κύρια τουριστικά καταλύματα είτε στις οργανωμένες μορφές ανάπτυξης τουρισμού που επιτρέπονται σε όλες τις κατηγορίες περιοχών. Οι διαπεριφερειακές ανισότητες χαρακτηρίζουν τον ελληνικό τουριστικό χώρο, με πέντε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές να δέχονται το 88% των τουριστών και να συγκεντρώνουν το 77% των κλινών. Το σχέδιο δεν προωθεί την ορθολογική διασπορά του τουρισμού στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Μετά δύο χρόνια, η μετονομασία τους σε “περιοχές ενίσχυσης ειδικής ανάπτυξης” παραμένει χωρίς αναπτυξιακό αντίκρισμα. Αντί για κίνητρα, η αύξηση της αρτιότητας στα 8 στρέμματα λειτουργεί ως αντικίνητρο για την τοπική επιχειρηματικότητα. Είναι ενδεικτικό ότι στους ορεινούς προορισμούς, που αντιμετωπίζουν το τρίπτυχο: δημογραφική εγκατάλειψη, κλιματική αλλαγή και απομόνωση, αφιερώνεται μόλις μία γραμμή. Αντίθετα, στην υπόλοιπη Ευρώπη η αναγέννηση των ορεινών περιοχών αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της περιφερειακής πολιτικής», καταλήγει η κ. Σαραντάκου.
Η μικρή έκταση των περιορισμών απασχολεί και τον Γιάννη Σπιλάνη, ομότιμο καθηγητή στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου. «Το σχέδιο προβλέπει τη συνέχιση της ξενοδοχειακής ανάπτυξης σε όλους τους προορισμούς, ακόμα και σε αυτούς που ορίζει ως “ελεγχόμενης ανάπτυξης” (σ.σ. την πιο επιβαρυμένη από τις πέντε κατηγορίες), χωρίς κανέναν περιορισμό πέραν της αύξησης της αρτιότητας. Είναι αστείο να μιλάμε για αύξηση της αρτιότητας στα 8 ή στα 16 στρέμματα, όταν οι σύγχρονες μονάδες κατασκευάζονται σε πολύ μεγάλες εκτάσεις, δεκάδων ή και εκατοντάδων στρεμμάτων. Επομένως μιλάμε για μια λογική business as usual», αναφέρει.
Δεν προωθείται η ορθολογική διασπορά του τουρισμού σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Ενδεικτικά, για τους ορεινούς προορισμούς αφιερώνεται μόλις μία γραμμή.
Κατά τον κ. Σπιλάνη, ένα αποτελεσματικό χωροταξικό για τον τουρισμό θα έπρεπε να περιορίσει δραστικά τις νέες κλίνες στις κορεσμένες περιοχές. «Τα νησιά που έχουν σοβαρή επιβάρυνση είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τοποθετεί το πλαίσιο στην πρώτη κατηγορία. Στις περιοχές αυτές πρέπει να υπάρξει παύση στην κατασκευή νέων τουριστικών κλινών (τόσο ξενοδοχειακών όσο και βραχυχρόνιας μίσθωσης) και αλλαγή του τουριστικού μοντέλου. Δεν χρειάζεται περαιτέρω επέκταση της προσφοράς, δεν υπάρχει καμία επιστημονική λογική στη συνέχιση αυτού που συμβαίνει».
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Πολεοδόμων – Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ Λουκάς Τριάντης επισημαίνει και αυτός ότι το πλαίσιο επί της αρχής επιτρέπει τη συνέχιση του σημερινού μοντέλου. «Αν διαβάσει κανείς το πλαίσιο, θα δει ότι μιλάει παντού με θετικούς όρους. Δεν αναφέρονται πουθενά οι λέξεις “κορεσμός”, “υπερτουρισμός”, η ένταση των πιέσεων στο περιβάλλον και στις υποδομές. Το πλαίσιο δεν αμφισβητεί το ακολουθούμενο σήμερα πλαίσιο του μαζικού τουρισμού».
Οι αρτιότητες
Ο κ. Τριάντης επισημαίνει ότι ο καθορισμός συγκεκριμένων αρτιοτήτων για νέα ξενοδοχεία ενδεχομένως να λειτουργήσει ανάποδα. «Αν ένα πολεοδομικό σχέδιο επρόκειτο να προβλέπει μεγαλύτερες αρτιότητες (λ.χ. λόγω της ύπαρξης μιας ζώνης οικιστικού ελέγχου που αύξανε την αρτιότητα στα 20 στρέμματα) και έρθει αύριο το ειδικό χωροταξικό και ορίσει ότι η αρτιότητα πρέπει να είναι 8, 12 ή 16 στρέμματα, τότε “υποχρεώνει” το πολεοδομικό σχέδιο που βρίσκεται σήμερα υπό εκπόνηση να μειώσει τις αρτιότητες. Νομίζω ότι αυτό το σημείο είναι εξόχως προβληματικό. Ας έχουμε υπόψη μας ότι το ειδικό χωροταξικό υπερισχύει των περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων και των τοπικών πολεοδομικών σχεδίων, που θα πρέπει όλα να προσαρμοστούν. Το πολεοδομικό σχέδιο δεν θα μπορεί πλέον να απαγορεύσει σε μια περιοχή τις μεγάλης κλίμακας τουριστικές επενδύσεις (τις λεγόμενες “στρατηγικές”), αφού τις επιτρέπει παντού το ειδικό χωροταξικό. Αρα οδηγούμαστε μέσω της ρύθμισης σε μια απορρύθμιση του χώρου».
Οσον αφορά τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την προστασία του παράκτιου χώρου (αύξηση της ελάχιστης απόστασης για τη δόμηση βοηθητικών εγκαταστάσεων στα 25 μέτρα, από 10 σήμερα), ο κ. Τριάντης εκτιμά ότι είναι θετική αλλά όχι επαρκής. «Με δεδομένη την άνοδο της στάθμης της θάλασσας τα επόμενα χρόνια, η ελάχιστη απόσταση της δόμησης πρέπει κατά τη γνώμη του ΣΕΠΟΧ να ακολουθήσει τις προτάσεις του Πρωτοκόλλου της Βαρκελώνης, δηλαδή να φθάσει τα 100 μέτρα».
Η νομικός Μπέτυ Χατζηνικολάου έχει διατελέσει πρόεδρος του ΕΟΤ και είναι σήμερα πρόεδρος του Συμβουλίου Θεσμικού Πλαισίου της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ). «Ο ΕΟΤ είχε το 1986 το θάρρος να χαρακτηρίσει περιοχές ως κορεσμένες τουριστικά και να “κόψει” τη δόμηση, προστατεύοντάς τες από περαιτέρω υποβάθμιση. Σήμερα όχι μόνο δεν τολμούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, αλλά φοβόμαστε ακόμα και να πούμε τη λέξη “κορεσμός”», εκτιμά. «Γενικά, η μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του πλαισίου είναι εμφανής καθώς δεν απαντά σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στα νησιά και στον παράκτιο χώρο, την απόλυτη τουριστικοποίησή τους. Αντίθετα, το πλαίσιο δεν είναι περιοριστικό: στόχος του, όπως αναφέρει στα πρώτα του κεφάλαια, είναι να υπάρχει γη για νέες επενδύσεις. Οχι να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή, όχι να προστατευθεί το ελληνικό τοπίο και η ταυτότητα των οικισμών. Αυτό δίνει ένα πρώτο στίγμα. Ενα δεύτερο στίγμα είναι ότι επιτρέπει τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις παντού, ακόμα και στα μικρά νησιά, ακόμα και στις προστατευόμενες περιοχές. Είναι δυνατόν αυτό να φανταζόμαστε ως το μέλλον του τουρισμού στη χώρα μας; Να συνεχίσουμε να χτίζουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε;».
Η κ. Χατζηνικολάου εκφράζει επιφυλάξεις και για επιμέρους επιλογές του πλαισίου. «Ενα παράδειγμα είναι τα χιονοδρομικά κέντρα. Το σχέδιο απαριθμεί ήδη 24, αλλά προβλέπει τη δημιουργία και νέων, σε μια χώρα στην οποία το κλίμα αλλάζει. Η ιδέα της υπουργού Τουρισμού περί λειτουργίας των χιονοδρομικών όλο τον χρόνο είναι ωραία, αλλά χρειάζεται χρόνο για να εφαρμοστεί. Γενικώς, αντί να δρομολογεί τη σταδιακή αλλαγή του τουριστικού μοντέλου, το πλαίσιο έχει μια τάση για “λίγο ακόμα”: μερικά ξενοδοχεία ακόμα, μερικές υποδομές ακόμα, όλα να συνεχιστούν όπως σήμερα».

