Το μήνυμα της οριστικής επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα επιχειρούν να εκπέμψουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες μέσα από τις επιδόσεις των τελευταίων δύο ετών και κυρίως μέσα από τη γενναιόδωρη μερισματική πολιτική του 2025 που απέδωσε στους μετόχους συνολικά μερίσματα 2,8 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της πλήρους εξομάλυνσης εξακολουθεί να παραμένει το τελευταίο μεγάλο αποτύπωμα της κρίσης στους ισολογισμούς τους: ο αναβαλλόμενος φόρος (Deferred Tax Credit – DTC), που ανέρχεται σε περίπου 11,5 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό τμήμα –σχεδόν το 40%– των εποπτικών κεφαλαίων των συστημικών ομίλων. Ο αναβαλλόμενος φόρος είναι «χαμηλότερης ποιότητας» κεφάλαιο όχι επειδή δεν αναγνωρίζεται εποπτικά, αλλά επειδή δεν είναι κεφάλαιο που δημιουργήθηκε οργανικά από την ίδια την τράπεζα. Πρόκειται για μια ιδιαιτερότητα που συνοδεύει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από την εποχή του PSI και των μεγάλων ζημιών της κρίσης, όταν το κράτος έδωσε τη δυνατότητα αυτές οι ζημίες να μετατραπούν σε μελλοντική φορολογική απαίτηση.
Το ποσοστό του DTC αποτελούσε μέχρι πριν από δύο χρόνια το μεγαλύτερο μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών –όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αυτό το ποσοστό ήταν μονοψήφιο– και αποτελούσε μόνιμο σημείο προβληματισμού για την αγορά και τις εποπτικές αρχές. Υπό την πίεση αυτή, οι ελληνικές τράπεζες συμφώνησαν να αρχίσουν να το μειώνουν με επιταχυνόμενο ρυθμό, διαθέτοντας ποσό ίσο με το 29% των προς διανομή μερισμάτων για την απόσβεση του DTC. Οσο υψηλότερο μέρισμα δίνουν, τόσο περισσότερα κεφάλαια για την απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου θα είναι υποχρεωμένες να διαθέτουν. Η επιταχυνόμενη μείωση άρχισε να εφαρμόζεται από το 2025 και οδηγεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, στην πλήρη απόσβεσή του περίπου οκτώ έως δέκα χρόνια νωρίτερα σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα που προέβλεπε ο αρχικός νόμος, αλλά πάντως όχι νωρίτερα από το 2031.
«Η εκρηκτική αύξηση της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών μετά το 2023 δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της εξυγίανσης των ισολογισμών τους, αλλά και προϊόν της πιο ευνοϊκής επιτοκιακής συγκυρίας που γνώρισε ο κλάδος εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες. Η έναρξη του ανοδικού κύκλου επιτοκίων από την ΕΚΤ εκτόξευσε τα καθαρά έσοδα από τόκους, καθώς τα δάνεια ανατιμολογήθηκαν γρήγορα, ενώ το κόστος των καταθέσεων αυξήθηκε με σαφώς βραδύτερο ρυθμό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν για περίπου μία διετία επιτοκιακό περιθώριο σε υπερδιπλάσια επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο αρκετών ευρωπαϊκών αγορών, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την εκτίναξη της κερδοφορίας τους.
Πλέον όμως ο κύκλος αυτός αρχίζει σταδιακά να αντιστρέφεται. Εχοντας επωφεληθεί από την άνοδο των επιτοκίων, οι τράπεζες βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με τη σταθεροποίηση των επιτοκίων σε πιο χαμηλά επίπεδα και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό τόσο στις χορηγήσεις όσο και στις καταθέσεις, προσαρμόζοντας ήδη προς τα κάτω τα επιτόκια δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Η εξέλιξη αυτή συμπιέζει σταδιακά το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, το οποίο αποτελεί την «καρδιά» της τραπεζικής κερδοφορίας, καθώς αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα από δάνεια και επενδύσεις και στο κόστος χρηματοδότησης και καταθέσεων.
Με βάση τα στοιχεία του SSM, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των τεσσάρων συστημικών τραπεζών διαμορφώθηκε ως μέσος όρος στο 2,69% το δ΄ τρίμηνο του 2025 από 3,04% το 2024, συγκλίνοντας πλέον με τις αγορές του ευρωπαϊκού Νότου, όπου τα αντίστοιχα επίπεδα διαμορφώθηκαν σε 2,63% στην Πορτογαλία, 2,60% στην Ισπανία και 2,03% στην Ιταλία. Παραμένει ωστόσο αισθητά υψηλότερο σε σχέση με τις μεγάλες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, καθώς στις γαλλικές και στις γερμανικές τράπεζες το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο κινείται σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα, στο 0,93% και στο 1,07% αντίστοιχα».
Η βοήθεια του «Ηρακλή»
Με καταλύτη και τις κρατικές εγγυήσεις ύψους 19 δισ. ευρώ του προγράμματος «Ηρακλής», η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου έχει αλλάξει θεαματικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Τα «κόκκινα» δάνεια, που ξεπερνούσαν ακόμη και το 50% των χαρτοφυλακίων, έχουν πλέον περιοριστεί σε επίπεδα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η οργανική κερδοφορία ενισχύθηκε σημαντικά από το 2023 και μετά. Η δραστική εξυγίανση των ισολογισμών συνοδεύτηκε και από ισχυρή πιστωτική επέκταση, καθώς οι τράπεζες, αξιοποιώντας τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και των άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, επέστρεψαν δυναμικά στη χρηματοδότηση της οικονομίας, με έμφαση κυρίως στις επιχειρήσεις αλλά και σταδιακά στα νοικοκυριά, αντιστρέφοντας τη συσταλτική πολιτική της προηγούμενης δεκαετίας.
Αν και η απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου έχει επιταχυνθεί, δεν προβλέπεται να είναι πλήρης πριν από το 2031.
Πιστωτική επέκταση
Με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΚΤ, κατά τη μεταπανδημική περίοδο 2022-2025 η Ελλάδα κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις 10,9%, την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη. Η τάση αυτή συνεχίζεται και φέτος, καθώς σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Φεβρουαρίου η Ελλάδα εμφάνισε την τέταρτη υψηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης των επιχειρηματικών πιστώσεων να διαμορφώνεται στο 11,5%, έναντι μόλις 2,9% στην Ευρωζώνη.
Εξαγορές
Η εκρηκτική κερδοφορία των τελευταίων ετών επιτάχυνε περαιτέρω την κεφαλαιακή ενίσχυση των ελληνικών τραπεζών, οδηγώντας σε αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων που σε αρκετές περιπτώσεις πλησιάζουν ή και υπερβαίνουν το 15% – επίπεδα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητα για έναν κλάδο που βρισκόταν σε καθεστώς επιβίωσης. Παράλληλα, η ενίσχυση των κεφαλαιακών δεικτών σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της Ευρωζώνης επέτρεψε στις τράπεζες να βγουν από τη μακρά περίοδο εσωστρέφειας και να προχωρήσουν πλέον σε εξαγορές, συνεργασίες και επέκταση δραστηριοτήτων σε τομείς που μπορούν να διαφοροποιήσουν το μείγμα των εσόδων τους.
Σήμερα, το 74% των οργανικών εσόδων των ελληνικών τραπεζών εξακολουθεί να προέρχεται από επιτοκιακά έσοδα, έναντι 56,8% για τις συστημικές τράπεζες της Ευρωζώνης, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη εξάρτηση της κερδοφορίας τους από το επιτοκιακό περιβάλλον. Αντίστοιχα, τα έσοδα από προμήθειες διαμορφώνονται κοντά στο 20%, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο του 30% στην Ευρωζώνη. Η ενίσχυση δραστηριοτήτων, όπως το asset management, οι ασφαλιστικές εργασίες, το wealth management και οι υπηρεσίες πληρωμών, αποτελεί πλέον στρατηγική προτεραιότητα για τις διοικήσεις, με στόχο τη δημιουργία πιο ανθεκτικών και επαναλαμβανόμενων πηγών εσόδων.
Το στοίχημα
Παρά τη σαφή βελτίωση της εικόνας, οι προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες δεν έχουν εκλείψει. Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν αφορά την επιβίωση του συστήματος, αλλά τη δυνατότητα διατήρησης της σημερινής υψηλής κερδοφορίας σε ένα περιβάλλον επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης και αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Οι νέες πιέσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και οι γεωπολιτικές εντάσεις από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή ενδέχεται να επηρεάσουν την επενδυτική δραστηριότητα, την πιστωτική επέκταση και συνολικά την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Ο κύκλος της κρίσης έχει σε μεγάλο βαθμό κλείσει για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η επόμενη δοκιμασία, ωστόσο, είναι ίσως πιο σύνθετη: να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης και οργανικής κεφαλαιακής ενίσχυσης σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από διαρκείς κρίσεις, χαμηλότερα επιτόκια και αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους.

