Τα εμπόδια για λιγότερες ημέρες δουλειάς

Η χαμηλή παραγωγικότητα και η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας με τις πολλές, μικρές και αδύναμες επιχειρήσεις δυσχεραίνουν τη μείωση του χρόνου εργασίας

τα-εμπόδια-για-λιγότερες-ημέρες-δουλε-564219208
Φόρτωση Text-to-Speech...

Για περισσότερο από έναν αιώνα, η μείωση του χρόνου εργασίας συνδέθηκε με την ίδια την ιδέα της κοινωνικής προόδου. Η καθιέρωση του 8ώρου, της 5ήμερης εργασίας και της άδειας μετ’ αποδοχών θεωρείται από τις σημαντικότερες κατακτήσεις που ακολούθησαν τις μεγάλες τεχνολογικές και παραγωγικές αλλαγές κάθε εποχής. Σήμερα, στην εποχή της ψηφιοποίησης, της τεχνητής νοημοσύνης και της διαρκούς συνδεσιμότητας, η συζήτηση επιστρέφει με νέα ένταση. Στην Ελλάδα, δε, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η χώρα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές οικονομίες με τις περισσότερες ώρες εργασίας, χαμηλή παραγωγικότητα και ταυτόχρονα υψηλά επίπεδα εργασιακού άγχους, υπερεργασίας, ανασφάλιστης – μαύρης εργασίας και δυσκολίας ισορροπίας επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Οπως εξηγούν οι ειδικοί με τους οποίους συνομίλησε η «Κ», η αντιπαράθεση γύρω από την τετραήμερη εργασία δεν αφορά μόνο το ωράριο, αλλά και το ποιος ελέγχει τον χρόνο, πώς κατανέμεται ο πλούτος που παράγεται από την τεχνολογία και ποιο μοντέλο ανάπτυξης θα ακολουθήσει η αγορά εργασίας τα επόμενα χρόνια. Και ανεξάρτητα από τις πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες που μπορεί να εξυπηρετεί, το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί η κοινωνία να δουλεύει λιγότερο χωρίς να παράγει λιγότερο.

Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Χρήστος Γούλας δηλώνει στην «Κ» ότι η μείωση του χρόνου εργασίας «μπορεί να αποτελέσει πραγματική κοινωνική μεταρρύθμιση, αρκεί να υπάρξει σοβαρός διάλογος για το πώς θα εφαρμοστεί, πώς θα διασφαλιστούν οι αποδοχές των εργαζομένων και ποιος θα επωμιστεί το κόστος». Ο ίδιος τονίζει ότι δεν υπάρχουν οριζόντιες λύσεις, καθώς οι ανάγκες της βιομηχανίας, του τουρισμού, των υπηρεσιών ή της υγείας διαφέρουν σημαντικά. Γι’ αυτό, όπως λέει, κρίσιμο ρόλο πρέπει να έχουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά δεδομένα κάθε κλάδου, η παραγωγικότητα, οι ανάγκες στελέχωσης και οι εγγυήσεις προστασίας των εργαζομένων. «Η συζήτηση για τον χρόνο εργασίας πρέπει να συνδεθεί με μια συνολικότερη στρατηγική αναβάθμισης της ποιότητας της εργασίας και μετασχηματισμού του παραγωγικού μοντέλου», υπογραμμίζει.

Παρότι η τετραήμερη εργασία εμφανίζεται συχνά ως εργατικό αίτημα, αρκετές επιχειρήσεις βλέπουν σημαντικά οφέλη σε ένα πιθανό εγχείρημα, όπως η καλύτερη διατήρηση του προσωπικού, η προσέλκυση εξειδικευμένων εργαζομένων, η μείωση απουσιών και burnout, η ενίσχυση της εταιρικής εικόνας και βέβαια η αύξηση της αποδοτικότητας.

Ο γνωστός οικονομολόγος και μέλος του Δ.Σ. της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) Χρήστος Α. Ιωάννου προσεγγίζει τη συζήτηση για την τετραήμερη εργασία κυρίως μέσα από το πρίσμα της παραγωγικότητας και της δομής της οικονομίας. Επισημαίνει στην «Κ» πως παρότι το θέμα προσφέρεται εύκολα για πολιτικά συνθήματα και αυταπάτες, αποτελεί αφορμή για να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από τη μεγαλύτερη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας: τη χαμηλή παραγωγικότητα.

Σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου, η μείωση του χρόνου εργασίας δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από την παραγωγική δυνατότητα μιας οικονομίας ή μιας επιχείρησης, και εξηγεί πως η συζήτηση για το «4ήμερο» δεν αφορά μόνο μία μορφή οργάνωσης της εργασίας. Υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα:

• Τετραήμερη εργασία χωρίς μείωση συνολικών ωρών, μέσω 10ωρης ημερήσιας απασχόλησης, όπως πρόσφατα ψηφίστηκε και στην Ελλάδα μέσω της διευθέτησης.

• Μοντέλα όπως το «100-80-100» (100% μισθός, 80% χρόνος εργασίας, 100% παραγωγικότητα), 6ωρη εργασία.

• Περισσότερες ημέρες άδειας.

• Ακόμη και μικρότερος συνολικός εργασιακός βίος.

Διεθνώς γίνονται ήδη «πειραματικές» εφαρμογές τέτοιων μοντέλων, κυρίως σε οικονομίες υψηλής παραγωγικότητας. Οπως αναφέρει ο έγκριτος οικονομολόγος, υπάρχουν παραδείγματα επιχειρήσεων που εφάρμοσαν ευέλικτα μοντέλα εργασίας ήδη από προηγούμενες δεκαετίες, όπως είναι η Nokia στη Φινλανδία, όπου υπήρξαν συμφωνίες για εβδομάδες τριήμερης εργασίας, όμως με 12ωρες βάρδιες. Ταυτόχρονα σημειώνει ότι ακόμη και χώρες χαμηλότερης παραγωγικότητας, όπως η Ινδία, δοκιμάζουν συστήματα τετραήμερης εργασίας, αλλά επίσης με πολύωρη ημερήσια απασχόληση λόγω διαφορετικού θεσμικού πλαισίου.

Για τον κ. Ιωάννου, κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσες ώρες εργάζεται κάποιος, αλλά και με ποια τεχνολογία εργάζεται, πόσο οργανωμένη είναι η παραγωγή, ποιο είναι το επίπεδο δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και σε ποιο στάδιο τεχνολογικής ανάπτυξης βρίσκεται μια κοινωνία ή μια επιχείρηση.

Οι αντιρρήσεις παραμένουν ισχυρές. Εργοδοτικές οργανώσεις και οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από μεγάλη παρουσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων, χαμηλή παραγωγικότητα σε αρκετούς κλάδους και έντονη εποχικότητα, ιδιαίτερα στον τουρισμό και στην εστίαση. Σε τέτοιους τομείς η εφαρμογή τετραήμερης εργασίας θεωρείται δύσκολη, χωρίς πρόσθετο προσωπικό ή σημαντικό κόστος.

«Η ιδέα της τετραήμερης εργασίας έχει ένα προφανές επικοινωνιακό πλεονέκτημα: ακούγεται σύγχρονη, φιλεργατική και… ευρωπαϊκή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν προσγειώνεται –ή μάλλον όταν δεν προσγειώνεται– στην πραγματικότητα», δηλώνει στην «Κ» ο γενικός γραμματέας Εργασίας, Νίκος Μηλαπίδης. Οπως μάλιστα εξηγεί, στην Ολλανδία, που σε ορισμένους κλάδους δοκιμάζεται η τετραήμερη εργασία, η παραγωγικότητα φτάνει στο 114% του μέσου όρου της Ε.Ε. Ομως η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται περίπου στο 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι συχνά απαιτείται περισσότερος χρόνος για την ίδια παραγωγή έργου. Ενας βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η δομή της εγχώριας οικονομίας, η οποία βασίζεται κυρίως σε πολύ μικρές επιχειρήσεις: το 88% των επιχειρήσεων απασχολεί έως 10 εργαζομένους και σχεδόν το 2% πάνω από 50. Οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν συνήθως με περιορισμένους πόρους, μικρά περιθώρια κέρδους και υψηλή ένταση εργασίας.

Στην Ολλανδία η παραγωγικότητα φτάνει στο 114% του μέσου όρου της Ε.Ε. και στην Ελλάδα στο 67%.

«Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση των εργάσιμων ημερών χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρές επιχειρήσεις και να τις οδηγήσει εκτός αγοράς», ξεκαθαρίζει ο κ. Μηλαπίδης. Και επισημαίνει με τη σειρά του πως η οριζόντια εφαρμογή τετραήμερης εργασίας –που δεν έχει εφαρμοστεί πουθενά στον κόσμο– θα είχε ως αποτέλεσμα στην ελληνική αγορά εργασίας την αύξηση του κόστους μέσω προσλήψεων ή υπερωριών, τη μείωση των παραγωγικών δυνατοτήτων με αντίκτυπο στους μισθούς, την αύξηση αδήλωτης υπερεργασίας ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες και το κλείσιμο επιχειρήσεων.

Το 88% των επιχειρήσεων στη χώρα μας απασχολεί έως 10 εργαζομένους και μόλις το 2% πάνω από 50.     

«Συμπερασματικά, οι οικονομίες που βελτίωσαν τη σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και εισοδήματος δεν το πέτυχαν με επικοινωνιακά σλόγκαν 32 ή 35 ωρών. Προηγήθηκε η αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας, και στηρίχτηκαν στην ισχυρότερη οικονομική οργάνωση, στην τεχνολογική ενίσχυση ανά εργαζόμενο και στην εφαρμογή flexicurity νομοθεσίας, όπως, π.χ., η διάταξη του πρόσφατου εργασιακού νόμου 5239/25», καταλήγει ο γ.γ. του υπουργείου Εργασίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT