Αμεση ήταν η αντίδραση των Βρυξελλών στην ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για πρόθεση αύξησης των δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα προειδοποιώντας πως εάν οι ΗΠΑ λάβουν μέτρα, που δεν συνάδουν με την εμπορική συμφωνία (στη βάση της Κοινής Δήλωσης Ε.Ε. – ΗΠΑ) διατηρούν όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά για την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων.
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση εφαρμόζει τις δεσμεύσεις της Κοινής Δήλωσης σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική πρακτική, διατηρώντας πλήρως ενήμερη την αμερικανική πλευρά καθ’ όλη τη διαδικασία» τόνισε ο αρμόδιος εκπρόσωπος της Κομισιόν Ολοφ Γκιλ.
Oπως ανέφερε, «παραμένουμε σε στενή επαφή με τους ομολόγους μας, επιδιώκοντας παράλληλα σαφήνεια και ως προς τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ», ενώ προειδοποίησε ότι «η Ε.Ε. παραμένει πλήρως προσηλωμένη σε μια προβλέψιμη και αμοιβαία επωφελή διατλαντική σχέση. Ωστόσο, εάν οι ΗΠΑ λάβουν μέτρα, που δεν συνάδουν με την Κοινή Δήλωση, θα διατηρήσουμε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά για την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων».
Νωρίτερα, σήμερα ο Τραμπ ανέφερε ότι σκοπεύει να αυξήσει στο 25% τους δασμούς στα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που εισάγονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η απόφαση αυτή βασίζεται στο ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συμμορφώνεται με την εμπορική συμφωνία μας», προσθέτοντας ότι δεν θα επιβάλλονται δασμοί σε οχήματα που κατασκευάζονται εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί ουσιαστική ανατροπή της συμφωνίας στην οποία είχαν καταλήξει οι δύο πλευρές το περασμένο καλοκαίρι. Συγκεκριμένα, στις 27 Ιουλίου, κατά τη συνάντηση στη Σκωτία μεταξύ του Τραμπ και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τέθηκαν τα θεμέλια μιας νέας εμπορικής προσέγγισης, τα οποία αποτυπώθηκαν στην Κοινή Δήλωση που δημοσιοποιήθηκε στις 21 Αυγούστου.
Τι προέβλεπε η διμερής συμφωνία
Η συμφωνία προέβλεπε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μείωναν τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και ανταλλακτικά –στις περισσότερες περιπτώσεις– στο 15% από 27,5%, υπό την προϋπόθεση ότι η Ε.Ε. θα προχωρούσε σε νομοθεσία για την εξάλειψη των δασμών σε όλα τα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ. Παράλληλα, περιλάμβανε κοινή στάση έναντι χωρών που επιβάλλουν περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών, όπως η Κίνα, καθώς και πρόνοιες για μεγαλύτερη ευελιξία στο ευρωπαϊκό σύστημα φορολόγησης άνθρακα για αμερικανικές επιχειρήσεις.
Σε επίπεδο δεσμεύσεων, η Ε.Ε. είχε εκφράσει την πρόθεσή της να προμηθευτεί ενεργειακά προϊόντα από τις ΗΠΑ συνολικής αξίας 750 δισ. δολαρίων έως το 2028, συμπεριλαμβανομένου υγροποιημένου φυσικού αερίου, πετρελαίου και προϊόντων πυρηνικής ενέργειας, καθώς και να αγοράσει αμερικανικά τσιπ τεχνητής νοημοσύνης αξίας τουλάχιστον 40 δισ. δολαρίων. Επιπλέον, ευρωπαϊκές εταιρείες αναμενόταν να επενδύσουν περίπου 600 δισ. δολάρια στην αμερικανική οικονομία σε στρατηγικούς τομείς την ίδια περίοδο.
Πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνοντας τη συμφωνία προσέθεσε «δικλείδες ασφαλείας», που περιλαμβάνουν όρους όπως «ρήτρα λήξης» (sunset clause), σύμφωνα με την οποία η συμφωνία θα εκπνεύσει τον Μάρτιο του 2028, εκτός εάν υπάρξει κοινή απόφαση για παράταση. Παράλληλα, εισήχθη και η «ρήτρα έναρξης» (sunrise clause), που συνδέει την εφαρμογή των προτιμησιακών δασμών με την πλήρη συμμόρφωση των ΗΠΑ στις δεσμεύσεις τους στο Turnberry — ουσιαστικά καθιστώντας τα οφέλη της συμφωνίας υπό αίρεση.
Οι ευρωβουλευτές ενσωμάτωσαν επίσης μηχανισμούς «αναστολής», που επιτρέπουν στην Ε.Ε να «παγώσει» τη συμφωνία σε περίπτωση μονομερών ενεργειών από τις ΗΠΑ, όπως η επιβολή νέων δασμών ή ενέργειες που θίγουν την εδαφική ακεραιότητα κρατών-μελών.
Κάποια, λοιπόν, από τα μέτρα, που θα μπορούσε να λάβει η Ε.Ε έναντι της «απειλής» του Τραμπ θα είναι να εξετάσει την επιβολή αντιποίνων μέσω δασμών σε αμερικανικά προϊόντα.
Τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να στοχεύσουν στρατηγικούς τομείς της αμερικανικής οικονομίας, όπως η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανία ή ακόμη και προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Επιπλέον, στο «οπλοστάσιο» της Ένωσης περιλαμβάνεται και το λεγόμενο εργαλείο κατά του εξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument), που έχει υιοθετηθεί τα τελευταία χρόνια για να αντιμετωπίζονται πιέσεις από τρίτες χώρες. Μέσω αυτού, η Ε.Ε. μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών στην ευρωπαϊκή αγορά, να επιβάλει περιορισμούς σε δημόσιες συμβάσεις ή ακόμη και να λάβει μέτρα στον τομέα των επενδύσεων και των υπηρεσιών.
Ακόμη, οι Βρυξέλλες θα μπορούσαν να «παγώσουν» ή να επανεξετάσουν επιμέρους δεσμεύσεις της συμφωνίας, όπως η προγραμματισμένη αύξηση των εισαγωγών ενέργειας ή τεχνολογίας από τις ΗΠΑ, καθώς και οι επενδύσεις ευρωπαϊκών εταιρειών στην αμερικανική οικονομία.

