Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σήμερα, Παρασκευή, ότι σκοπεύει να αυξήσει τους δασμούς στα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που εισάγονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση στο 25%.
«Με βάση το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν συμμορφώνεται με την εμπορική συμφωνία μας, την επόμενη εβδομάδα θα αυξήσω τους δασμούς που επιβάλλονται στην Ε.Ε. για αυτοκίνητα και φορτηγά που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες», έγραψε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Είναι απολύτως κατανοητό και συμφωνημένο ότι, εάν τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά κατασκευάζονται σε εργοστάσια στις ΗΠΑ, δεν θα υπάρχει ΚΑΝΕΝΑΣ δασμός», πρόσθεσε ο Τραμπ.

Η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου σηματοδοτεί ανατροπή της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν το περασμένο καλοκαίρι Ε.Ε. και ΗΠΑ.
Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες είχαν ανακοινώσει σε κοινή δήλωση τον περασμένο Αύγουστο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να περιορίσουν τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, στα φαρμακευτικά προϊόντα, στην ξυλεία και τους ημιαγωγούς στο 15%.
Το κείμενο, με ημερομηνία 21 Αυγούστου, περιλάμβανε τα βασικά σημεία της συμφωνίας του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, όταν οι δυο τους είχαν συναντηθεί στη Σκωτία στις 27 Ιουλίου.
Η κοινή δήλωση επιβεβαίωνε ότι οι ΗΠΑ θα μείωναν τους δασμούς στα αυτοκίνητα και στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων στις περισσότερες περιπτώσεις στο 15% από 27,5% – αλλά μόνο εφόσον η Ε.Ε. υιοθετούσε νομοθεσία για την «εξάλειψη των δασμών σε όλα τα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ».
Προέβλεπε ακόμη συμφωνία των δύο πλευρών εναντίον χωρών -όπως η Κίνα- που επιβάλλουν περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διερευνούσε επίσης τη δυνατότητα παροχής περαιτέρω «ευελιξίας» στην επιβολή του φόρου άνθρακα προς τις αμερικανικές εταιρείες και θα διασφάλιζε ότι οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας (CSRD) ή οι κανόνες εποπτείας της αλυσίδας εφοδιασμού (CSDDD) της Ε.Ε. «δεν θέτουν αδικαιολόγητους περιορισμούς στο διατλαντικό εμπόριο».
Επιβεβαιώνοντας τις προφορικές διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στη Σκωτία, η Ε.Ε. σκόπευε να προμηθευτεί ενέργεια αξίας 750 δισ. δολ. από τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου υγροποιημένου φυσικού αερίου, πετρελαίου και προϊόντων πυρηνικής ενέργειας έως το 2028. Θα αγόραζε επίσης αμερικανικά τσιπ τεχνητής νοημοσύνης αξίας «τουλάχιστον» 40 δισ. δολαρίων.
Επιπλέον, «οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναμενόταν να επενδύσουν επιπλέον 600 δισ. δολ. σε στρατηγικούς τομείς στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028».

