Κατά την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στην Αθήνα, μια είδηση που μεταδόθηκε από το Politico προκάλεσε πολλές απορίες, καθώς πρόκειται για ένα θέμα που έχει ελάχιστα συζητηθεί δημοσίως. Αφορούσε μια δήλωση του Εμανουέλ Μακρόν, από κοινού με τον Ελληνα πρωθυπουργό, για την επιμήκυνση της αποπληρωμής των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι δύο πολιτικοί κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου ζήτησαν να επεκταθεί ή και να μεταφερθεί σε νέο χρέος το υπόλοιπο των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης. Με λίγα λόγια, ζήτησαν να μην αρχίσει η αποπληρωμή τους από το 2030, όπως είναι προγραμματισμένο. Με την πρόταση διαφωνούν οι χώρες που δεν έχουν συμμετάσχει στο Ταμείο Ανάκαμψης, γιατί προφανώς δεν θέλουν να πληρώσει επιπλέον τόκους ο κοινοτικός προϋπολογισμός από την επιμήκυνση δανείων που έχουν λάβει και ωφελούνται κάποιες μόνο χώρες. Και στην εναλλακτική περίπτωση έκδοσης νέου χρέους, επίσης δεν θέλουν να επιβαρυνθούν με την αποπληρωμή του.
Το θέμα, ωστόσο, άνοιξε τη συζήτηση για το τι γίνεται με τα συγκεκριμένα δάνεια (μπορούν να δοθούν μέχρι 17,7 δισ. έως το τέλος της χρονιάς και έχουν εκταμιευθεί μέχρι στιγμής 12 δισ.) που έχουν δοθεί προς επιχειρήσεις οι οποίες έχουν το αξιόχρεο και προσέφεραν εγγυήσεις, με μέση διάρκεια δανείου τα 7 χρόνια. Σε αυτά τα δάνεια το 50% δίνεται με πολύ χαμηλό επιτόκιο από το Ταμείο Ανάκαμψης, το 30% με επιτόκιο αγοράς από τις τράπεζες και το 20% βάζει ο επενδυτής. Κάτι που δεν έχει φωτιστεί επαρκώς είναι ότι τα συγκεκριμένα δάνεια (για την ώρα 12 δισ.), σε αντίθεση με το σκέλος των επιδοτήσεων (άλλα 18 δισ.), έχουν καταγραφεί στο ελληνικό δημόσιο χρέος. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν θα αρχίσει η αποπληρωμή τους, θα μειώνεται ισόποσα το ελληνικό δημόσιο χρέος. Και μάλιστα χωρίς να έχει προβλεφθεί ως εξέλιξη σε οποιονδήποτε υπολογισμό βιωσιμότητας του χρέους, προκαλώντας μια ευχάριστη έκπληξη στην κυβέρνηση που θα βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας.
Σε παρόντα χρόνο, με την πρότασή τους Μακρόν και Μητσοτάκης για την έκδοση νέου χρέους ζητούν η υποχρέωση της αποπληρωμής του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης να μπορεί να σβηστεί άμεσα, για παράδειγμα, από το ελληνικό δημόσιο χρέος, μειώνοντας κατά 4-5 μονάδες ή και περισσότερο το ύψος του ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλάζοντας πλήρως τη δυναμική του. Θα έδινε μεγαλύτερη ώθηση στην οικονομία, περισσότερες αναβαθμίσεις και ακόμη ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές, ανεξαρτήτως του παγκόσμιου οικονομικού σκηνικού. Θα προσέφερε μια μεγάλη ανακούφιση…

