Αν και η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο ισχυρούς καταλύτες αλλαγής στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, στην Ελλάδα, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη και λιγότερο εντυπωσιακή από τις προσδοκίες. Ετσι, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της ManpowerGroup, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 529 Ελλήνων εργοδοτών στο πλαίσιο της Ερευνας Προοπτικών Απασχόλησης για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αναδεικνύεται μια σαφής «παραφωνία»: ενώ η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται στρατηγικής σημασίας, η ικανοποίηση από τις υφιστάμενες λύσεις παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Είναι ενδεικτικό ότι μόλις το 10% των εργοδοτών δηλώνει ότι οι λύσεις Τ.Ν. ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες τους σε κρίσιμους τομείς όπως η πρόσληψη, η διαδικασία ένταξης ενός νέου εργαζομένου στην εταιρεία (onboarding) και η εκπαίδευση. Το εύρημα αυτό δεν αποτελεί μόνο ελληνική ιδιαιτερότητα –παγκοσμίως το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 8%– ωστόσο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια αγορά όπου η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών δεν αποτελεί προτεραιότητα.
Και την ίδια στιγμή, παρά τη χαμηλή ικανοποίηση, οι προσδοκίες παραμένουν υψηλές. Σχεδόν ένας στους τρεις εργοδότες στην Ελλάδα (29%) αναγνωρίζει ότι η μεγαλύτερη απόδοση επένδυσης της τεχνητής νοημοσύνης εντοπίζεται στην εκπαίδευση και ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού. Ακολουθούν η βελτίωση της παραγωγικότητας (18%) και ο καλύτερος προγραμματισμός αναγκών (13%).
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις δεν απορρίπτουν την Τ.Ν. Αντιθέτως, την εμπιστεύονται ως εργαλείο για το μέλλον. Το ζήτημα βρίσκεται στην εφαρμογή. Οι εργοδότες εντοπίζουν σημαντικά κενά, κυρίως σε ό,τι αφορά την ποιότητα και τη στόχευση των λύσεων. Μεταξύ των βασικών αδυναμιών που αναφέρουν είναι η έλλειψη σύνδεσης της εκπαίδευσης με πρακτικές δεξιότητες, η περιορισμένη προσαρμογή στις ανάγκες κάθε επιχείρησης, καθώς και η αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης των λεγόμενων «ήπιων δεξιοτήτων».
Οπως εξηγούν στην «Κ» στελέχη της αγοράς, η συγκεκριμένη αντίφαση –υψηλές προσδοκίες αλλά χαμηλή ικανοποίηση– φαίνεται να συνδέεται λιγότερο με την ίδια την τεχνολογία και περισσότερο με την ετοιμότητα των επιχειρήσεων στη χώρα μας. Στην ελληνική αγορά, όπου κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι δυνατότητες αξιοποίησης της Τ.Ν. συχνά περιορίζονται από την έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων, δομημένων δεδομένων και στρατηγικής προσέγγισης στο HR.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 92% των εργοδοτών δηλώνει ότι αντιμετωπίζει προκλήσεις στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Οι σημαντικότερες αφορούν την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων και εκπαίδευσης των εργαζομένων (13%), την ανεπαρκή εταιρική κατάρτιση γύρω από την Τ.Ν. (12%) και ζητήματα ιδιωτικότητας και κανονιστικής συμμόρφωσης (10%).
Παράλληλα, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η Τ.Ν. δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον ανθρώπινο παράγοντα, αντίθετα τον ενισχύει. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας για την Ελλάδα, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει κυρίως δεξιότητες που απαιτούν ανθρώπινη κρίση και αλληλεπίδραση. Στην Ελλάδα, οι τρεις δεξιότητες που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο τους επόμενους 12 μήνες είναι η επίλυση προβλημάτων (80%), η δημιουργικότητα και παραγωγή ιδεών (76%) και η εξυπηρέτηση πελατών (73%).
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εργοδότες καταγράφουν παρόμοια εικόνα, με τις τρεις κορυφαίες δεξιότητες να είναι η δημιουργικότητα και παραγωγή ιδεών (77%), η επίλυση προβλημάτων (76%) και η εκπαίδευση και μάθηση (75%).
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η Τ.Ν. δεν αντικαθιστά οριζόντια τις ανθρώπινες δεξιότητες, αλλά αναδιαμορφώνει τον ρόλο τους, αυτοματοποιώντας βασικές λειτουργίες και ενισχύοντας την ανάγκη για κριτική σκέψη, επίλυση σύνθετων προβλημάτων και ανθρώπινη κρίση.
Και όπως επισημαίνεται στην έρευνα της ManpowerGroup, η Τ.Ν. βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του παγκόσμιου διαλόγου για το μέλλον της εργασίας, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις προσελκύουν, αναπτύσσουν και διακρατούν τα ταλέντα. Ωστόσο η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο η υιοθέτηση της τεχνολογίας, αλλά το πώς αυτή ενσωματώνεται ουσιαστικά στο ανθρώπινο δυναμικό.

