Τιμές ενοικίων που μοιάζουν να απευθύνονται σε Ευρωπαίους πολίτες ανεπτυγμένων οικονομιών, που διαθέτουν και τα αντίστοιχα εισοδήματα, και όχι σε Ελληνες, των οποίων η αγοραστική δύναμη εξακολουθεί να μην έχει ανακάμψει μετά την πολυετή οικονομική κρίση, καταγράφονται στις ηλεκτρονικές αγγελίες που αφορούν την Αττική. Στις περισσότερες περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως το κέντρο της Αθήνας, τα νότια, τα βόρεια και τα δυτικά προάστια, το κόστος ενοικίασης, με βάση τις ζητούμενες τιμές, επιβεβαιώνει ότι απαιτούνται τουλάχιστον δύο μισθοί, και μάλιστα από τον μέσο όρο και πάνω, προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί οικονομικά –μετά βίας– ένα μέσο νοικοκυριό που δεν διαθέτει ιδιόκτητο ακίνητο.
Για παράδειγμα, στα Εξάρχεια, στην οδό Νοταρά, διαμέρισμα 70 τ.μ., πρώτου ορόφου, χωρίς κάποια ανακαίνιση, αναζητά ενοικιαστή έναντι 1.800 ευρώ, χωρίς μάλιστα να διαθέτει θέρμανση. Στην ίδια περιοχή, διαμέρισμα 104 τ.μ. που ανακαινίστηκε πέρυσι ενοικιάζεται έναντι 1.500 ευρώ.
Ενοικιαστές σε απόγνωση
Οι αντιδράσεις ενδιαφερόμενων ενοικιαστών είναι εύλογες και μάλιστα δεν περιορίζονται μόνο στο ύψος των ενοικίων, αλλά και στα υπόλοιπα έξοδα. Για παράδειγμα, ακόμη και σε περιπτώσεις πιο προσιτών ακινήτων σε πιο φθηνές περιοχές, που ζητούν π.χ. 650-750 ευρώ, στην πράξη ο ενοικιαστής μπορεί να χρειαστεί να διαθέσει έως και τέσσερα ενοίκια, χωρίς να υπολογιστεί και το κόστος της μετακόμισης, που συχνά αντιστοιχεί σε ακόμη ένα μίσθωμα. Μια ενοικιάστρια σημειώνει: «Ζητάτε ενοίκιο 650-700, δεν είναι λογικό, αλλά οκ, η αγορά είναι ελεύθερη. Αλλά πέραν αυτού, χρειάζονται δύο ενοίκια για εγγύηση, ένα ενοίκιο για τον μεσίτη, ένα τρέχον ενοίκιο και το κόστος της μετακόμισης. Χρειαζόμαστε 3.000-3.500 ευρώ να νοικιάσουμε σπίτι … σε καλό δρόμο είμαστε!».
Στα Εξάρχεια, για διαμέρισμα πρώτου ορόφου 70 τ.μ., που δεν διαθέτει θέρμανση, ζητείται ενοίκιο 1.800 ευρώ.
Αντίστοιχα, στην αγορά θα βρει κανείς και πληθώρα επιπλωμένων διαμερισμάτων, που αποτελούν, κατά κανόνα, πρώην καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους προτίμησαν να τα αξιοποιήσουν μέσω μακροχρόνιων μισθώσεων, θέλοντας να επωφεληθούν και της τριετούς φοροαπαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος από ενοίκια. Για παράδειγμα, επιπλωμένο διαμέρισμα στην Κυψέλη επιφάνειας 125 τ.μ., με δύο υπνοδωμάτια, με έτος κατασκευής το 1953, το οποίο ανακαινίστηκε πέρυσι, ενοικιάζεται έναντι 2.000 ευρώ (!). Σημειωτέον ότι το διαμέρισμα δεν διαθέτει αυτόνομη θέρμανση, καθώς οι ανάγκες θέρμανσης και ψύξης καλύπτονται αποκλειστικά από κλιματιστικά.
Αντίστοιχα, στην πλατεία Βικτωρίας διαμέρισμα μόλις 65 τ.μ. ενοικιάζεται έναντι 1.500 ευρώ (23 ευρώ/τ.μ.). Πρόκειται για ακίνητο του 1965, επιπλωμένο, στον τέταρτο όροφο, το οποίο μάλιστα ο αγγελιοθέτης χαρακτηρίζει «κατάλληλο για επένδυση».
Στην πλ. Βικτωρίας, διαμέρισμα τετάρτου ορόφου, κατασκευής 1965 και επιφανείας μόλις 65 τ.μ., ενοικιάζεται έναντι 1.500 ευρώ.
Στα Κάτω Πετράλωνα, μη επιπλωμένο διαμέρισμα 90 τ.μ. του 1985 εκμισθώνεται έναντι 1.550 ευρώ τον μήνα, παρότι βρίσκεται στον τέταρτο όροφο οικοδομής που δεν διαθέτει ανελκυστήρα! Διαθέτει όμως κεντρική θέρμανση φυσικού αερίου… Το ίδιο ποσό ενοικίασης, δηλαδή 1.500 ευρώ, ζητείται για διαμέρισμα 80 τ.μ. στου Ζωγράφου, κατασκευασμένο το 2003. Πιο… οικονομικά μπορεί να μισθώσει κανείς διαμέρισμα 80 τ.μ. στην περιοχή των Σεπολίων, καθώς ζητούνται μόλις 1.000 ευρώ. Το ακίνητο βρίσκεται στον τέταρτο όροφο, οικοδομής του 1984.
Στην περιοχή του Κεραμεικού, ρετιρέ 91 τ.μ. σε κτίριο του 2008 ενοικιάζεται έναντι 2.500 ευρώ, καθώς η ανεμπόδιστη θέα προς την Ακρόπολη θα πρέπει να «πληρωθεί». Το συγκεκριμένο ακίνητο βρίσκεται κοντά στον σταθμό μετρό του Κεραμεικού. Στου Ζωγράφου ξεχωρίζει περίπτωση διαμερίσματος 80 τ.μ. του 2003, το οποίο ενοικιάζεται έναντι 1.500 ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συγκεκριμένη αγγελία χρονολογείται από το 2024, δείγμα ότι ο ιδιοκτήτης δεν προτίθεται να μειώσει τις απαιτήσεις του προκειμένου να βρει ενοικιαστές.
Οι παραπάνω αγγελίες δεν αποτελούν εξαιρέσεις, αλλά μια μικρή επιλογή από εκατοντάδες αντίστοιχες και μάλιστα σε ένα μεγάλο εύρος περιοχών του κέντρου της Αθήνας, εξαιρώντας μάλιστα περιοχές όπως το Κολωνάκι, ο Λυκαβηττός, ή το ιστορικό κέντρο, όπου οι τιμές είναι πολύ υψηλότερες και δεν αφορούν τον μέσο Ελληνα ενοικιαστή. Για παράδειγμα, διαμέρισμα 125 τ.μ. του 1967 στον Λυκαβηττό, το οποίο μάλιστα είναι και χαμηλής κατάταξης, με βάση την ενεργειακή απόδοση (Ζ), ενοικιάζεται έναντι 4.400 ευρώ ή 35 ευρώ/τ.μ. Αντίστοιχα, στο Κολωνάκι ακίνητο 105 τ.μ., πρώτου ορόφου, του 1974, ενοικιάζεται έναντι 2.500 ευρώ.
Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα σε ό,τι αφορά την ακρίβεια στα νότια προάστια, τα οποία πλέον κρίνονται απρόσιτα για τους περισσότερους. Οι επιλογές διαθέσιμων κατοικιών άνω των 50 τ.μ. που να μην υπερβαίνουν σε κόστος τα 800-900 ευρώ είναι ελάχιστες, με την πλειονότητα των κατοικιών να ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ. Αν μάλιστα πρόκειται για νεόδμητο ακίνητο, το κόστος εκτοξεύεται, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση ισόγειου διαμερίσματος 88 τ.μ. στην Ανω Γλυφάδα, το οποίο «ζητάει» 2.750 ευρώ. Το ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως ζητάει ιδιοκτήτης διαμερίσματος 96 τ.μ. στην περιοχή Γκολφ της Γλυφάδας, που έχει κατασκευαστεί το 2006.
Στα Σούρμενα, διαμέρισμα 72 τ.μ. του 1974 «ζητάει» 1.100 ευρώ ή 15.3 ευρώ/τ.μ., που μπορεί να θεωρηθεί και ευκαιρία, συγκριτικά με άλλα ακίνητα. Για παράδειγμα, στον Αλιμο (Κεφαλληνίων) διαμέρισμα του 2001, επιφανείας 90 τ.μ., ενοικιάζεται έναντι 1.500 ευρώ. Στην περίπτωση, μάλιστα, που οι ιδιοκτήτες έχουν προβεί σε ανακαινίσεις ευρείας κλίμακας –π.χ. για να αξιοποιηθεί το ακίνητο μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης και ως εκ τούτου τα διαμερίσματα διατίθενται επιπλωμένα–, το κόστος ενοικίασης εκτοξεύεται. Για παράδειγμα, στον Αλιμο, στο κέντρο της περιοχής (Κυθηρίων – Πανί), διατίθεται προς ενοικίαση επιπλωμένο διαμέρισμα 102 τ.μ., έναντι ενοικίου 2.000 ευρώ. Το ακίνητο είναι κατασκευής του 1990, που έχει όμως ανακαινιστεί το 2024 και διατίθεται και με κλιματιστικά.
Στα βόρεια προάστια επίσης αρχίζουν να παγιώνονται ενοίκια από 1.000 ευρώ και πάνω, με τις επιλογές κάτω από το ποσό αυτό να είναι περιορισμένες και να αφορούν διαμερίσματα μεγάλης ηλικίας, χωρίς κάποια ανακαίνιση. Στο Νέο Ψυχικό, διαμέρισμα 100 τ.μ. του 1970, χωρίς ανακαίνιση, επιχειρείται να ενοικιαστεί έναντι 1.900 ευρώ. Στο Μαρούσι, σε ακίνητο του 2008, διατίθεται διαμέρισμα 104 τ.μ., έναντι 1.620 ευρώ. Επίσης, στην Αγία Παρασκευή θα απαιτηθούν 1.500 ευρώ για να μισθωθεί διαμέρισμα 80 τ.μ. σε κτίριο του 1998.
Το 70% των μηνιαίων αποδοχών για δυάρι
Στις σελίδες των ηλεκτρονικών αγγελιών οι ζητούμενες τιμές ενοικίασης που υπερβαίνουν τα 1.000 ευρώ αποτελούν πλέον τον «κανόνα» και όχι την εξαίρεση, ακόμη και για μικρής επιφάνειας ακίνητα. Αν πρόκειται για ανακαινισμένα και επιπλωμένα διαμερίσματα, το κόστος ξεπερνάει με άνεση τα 1.500 ευρώ όχι μόνο στις «ακριβές» περιοχές, αλλά και σε περιοχές του κέντρου και των δυτικών προαστίων. Μάλιστα φαίνεται πως υπάρχουν αρκετά ακίνητα τα οποία επιπλώθηκαν και ανακαινίστηκαν, είτε πλήρως είτε μερικώς, με στόχο τη βραχυχρόνια μίσθωση, αλλά τελικά δεν είχαν την απόδοση που ενδεχομένως προσδοκούσαν κάποιοι (π.χ. λόγω περιοχής) και τώρα επιδιώκουν να αποσβέσουν την επένδυση που πραγματοποίησαν σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρόνο. Σε σχετική μελέτη που δημοσιοποιήθηκε εντός της εβδομάδας από το ΚΕΦίΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών) και βασίζεται στα στοιχεία της Eurostat για το 2024, στην Αττική η αναλογία ενοικίου προς μηνιαίο εισόδημα ανέρχεται στο 70,2% για ένα τυπικό δυάρι διαμέρισμα επιφάνειας έως 60 τ.μ. (σαλόνι, κουζίνα κι ένα υπνοδωμάτιο) και στο 93,6% για ένα τριάρι διαμέρισμα (σαλόνι, κουζίνα και δύο υπνοδωμάτια), έναντι 31%-34% και 46% αντίστοιχα για τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Πολλά διαμερίσματα δεν «περπάτησαν» στο Airbnb και οι ιδιοκτήτες προσπαθούν να βγάλουν τα «σπασμένα».
Tο κόστος ενοικίασης ενός τυπικού τριαριού, δηλαδή ενός διαμερίσματος επιφανείας 75-95 τ.μ., διαμορφώνεται σε 1.400 ευρώ, τη στιγμή που ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης (σε 12μηνη βάση) είναι 1.500 ευρώ. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το αντίστοιχο ποσό για ένα διαμέρισμα 50-60 τ.μ. διαμορφώνεται πλέον σε 1.050 ευρώ στην Αττική. Με μια πρώτη ανάγνωση, τα ενοίκια αυτά μοιάζουν υπερβολικά, πλην όμως εξετάζοντας τις διαθέσιμες αγγελίες είναι πολύ κοντά στη σημερινή πραγματικότητα και μάλιστα είναι συγκρίσιμες με τον μέσο όρο των πρωτευουσών της Ε.Ε. για δυάρι διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου (1.120 ευρώ) και τριάρι δύο υπνοδωματίων (1.514 ευρώ), αναδεικνύοντας ότι η αγορά ενοικίου στην Αθήνα κινείται σε επίπεδα αντίστοιχα με την Ε.Ε., όπου όμως ο μέσος μισθός είναι 3.317 ευρώ, όντας υπερδιπλάσιος.

