H προσωρινή εκεχειρία που ανακοινώθηκε στις 7 Απριλίου και οι προσδοκίες για περαιτέρω αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αναθέρμαναν τη διάθεση των επενδυτών για ανάληψη ρίσκου. Το βελτιωμένο επενδυτικό κλίμα αποτυπώθηκε ιδιαίτερα στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Επωφελούμενος ταυτόχρονα από θετικά εταιρικά αποτελέσματα και ενθαρρυντικά μακροοικονομικά στοιχεία από τις ΗΠΑ, ο S&P 500 κατέγραψε νέο ιστορικά υψηλό πάνω από τις 7.000 μονάδες την εβδομάδα που πέρασε, ενώ ο Nasdaq Composite έκλεισε την Πέμπτη με άνοδο για 12η συνεχή συνεδρίαση, επίδοση που καταγράφεται για πρώτη φορά από το 2009. Παράλληλα, παρά τη συνεχιζόμενη μεταβλητότητα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα πρόσφατα υψηλά. Το Brent διαπραγματευόταν το πρωί της Παρασκευής κοντά στα 98 δολάρια ανά βαρέλι μετά την πρόσφατη άνοδο στα 120 δολάρια περίπου, παραμένοντας ωστόσο κατά 36% υψηλότερα σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου. Η σύγκρουση απέχει, άλλωστε, ακόμη από την οριστική επίλυσή της, όπως καταδεικνύει ο συνεχιζόμενος ναυτικός αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ. Το πέρασμα αυτό θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς μέσω αυτού διακινείται περίπου το 20% του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου, σημαντικό μέρος των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου, και πλήθος αγαθών για τα οποία οι χώρες της περιοχής συγκαταλέγονται στους βασικούς παγκόσμιους προμηθευτές, όπως το αλουμίνιο, το ήλιο –κρίσιμο για την παραγωγική διαδικασία των ημιαγωγών– και τα λιπάσματα.
Σύμφωνα με τη βασική εκτίμηση της αγοράς, το σενάριο επίτευξης κάποιας μορφής συμφωνίας αξιολογείται ως πιθανότερο από μια νέα κλιμάκωση. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το θετικό σενάριο, η αποκατάσταση της ισορροπίας στις ενεργειακές αγορές και στις ευρύτερες αλυσίδες εφοδιασμού θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο. Η πλήρης αποσυμφόρηση της ναυτιλιακής κίνησης εκτιμάται ότι θα διαρκέσει εβδομάδες, ίσως και μήνες, λόγω του μεγάλου αριθμού πλοίων που παραμένουν σε αναμονή, καθώς και των ζημιών στις λιμενικές υποδομές. Παράλληλα, οι ενεργειακές υποδομές που έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν κλείσει προληπτικά θα χρειαστούν χρόνο για να επαναλειτουργήσουν, τα αποθέματα ασφαλείας θα πρέπει να αναπληρωθούν μετά την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, ενώ το κόστος ασφάλισης πολεμικού κινδύνου αναμένεται να παραμείνει αυξημένο. Συνεπώς, ένας βαθμός διαταραχής αναμένεται να παραμείνει για κάποιο διάστημα, διατηρώντας τις τιμές πάνω από τα προ της σύγκρουσης επίπεδα και συνεχίζοντας παράλληλα να τροφοδοτεί υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη. Οι εκτιμήσεις αυτές υποδηλώνουν ότι η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με σοβαρούς κινδύνους, ενώ ο χρόνος σύναψης μιας ολοκληρωμένης συμφωνίας παραμένει καθοριστικός για την αποφυγή δευτερογενών δυσμενέστερων εξελίξεων.
*Eurobank Research

