Περισσότερα κεφάλαια απαιτούνται πλέον για την ενεργειακή αναβάθμιση όλο και λιγότερων κατοικιών, απόρροια της μεγάλης αύξησης του κόστους των υλικών (μονωτικά, αλουμίνια κτλ.), αλλά και της εργασιακής αμοιβής, που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια. Από μια απλή σύγκριση ανάμεσα στο πρόγραμμα «Εξοικονομώ» του 2021 και το αντίστοιχο του 2025 προκύπτει ότι αν γίνει αναγωγή του προϋπολογισμού, στο τελευταίο πρόγραμμα απαιτούνται σχεδόν διπλάσια κονδύλια επιδότησης για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά τον αριθμό των κατοικιών που θα αναβαθμιστούν ενεργειακά.
Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα του 2021 κάλυψε 69.409 δικαιούχους, με τη μέση ενίσχυση ανά ακίνητο να μην ξεπερνάει τα 13.242 ευρώ. Αντιθέτως, το αντίστοιχο του 2025 θα καλύψει μόλις 37.829 κατοικίες, με τη μέση ενίσχυση να διαμορφώνεται σε 22.476 ευρώ ανά ακίνητο, παρότι ο προϋπολογισμός του είναι παρόμοιος και διαμορφώνεται σε 850 εκατ. ευρώ, έναντι 937,8 εκατ. ευρώ του αντίστοιχου του 2021.
Ο προϋπολογισμός των δύο προγραμμάτων είναι περίπου ο ίδιος, αλλά λόγω υψηλότερων τιμών υλικών ο αριθμός των δικαιούχων έχει μειωθεί σχεδόν κατά 50%.
Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει τη μεγάλη πρόκληση που έχει στα «χέρια της» η πολιτεία, με δεδομένες τις απαιτήσεις που απορρέουν από την εναρμόνισή της με τις αντίστοιχες της ενεργειακής πολιτικής της Ε.Ε. για τις εκπομπές ρύπων από τα κτίρια. Η σχετική προθεσμία για την ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της αναθεωρημένης οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων λήγει στις 29 Μαΐου, τη στιγμή που αυτή θέτει συγκεκριμένους στόχους και προθεσμίες για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στις κατοικίες κατά 16% έως το 2030 (!), ενώ έως το 2033 θα πρέπει να έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά το 26% των πιο ενεργοβόρων κτιρίων. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι το 2033 θα πρέπει να γίνουν παρεμβάσεις σε 1 στα 4 ακίνητα, που σήμερα κατατάσσονται στις δύο πιο χαμηλές κατηγορίες του ενεργειακού πιστοποιητικού. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πάνω από το 55% των κατοικιών στην Ελλάδα έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980 και δεν διαθέτουν θερμομόνωση, είναι εμφανές το μέγεθος της πρόκλησης. Το πώς ακριβώς θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο παραμένει ασαφές, παρότι πλέον δεν προβλέπονται συγκεκριμένες κυρώσεις για την αποτυχία επίτευξης των παραπάνω στόχων. Υπενθυμίζεται ότι στις αρχικές εκδοχές της σχετικής οδηγίας προβλέπονταν κυρώσεις όπως η απαγόρευση πώλησης ή εκμίσθωσης κατοικιών που δεν είχαν αναβαθμιστεί ενεργειακά με βάση το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα. Πλέον, κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, καθώς παρέχεται σε κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. η επιλογή στο να επιλέξει το πώς ακριβώς θα επιτύχει τους στόχους και τυχόν κυρώσεις, αν αυτό δεν καταστεί εφικτό, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν και το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο των ιδιοκτητών των ακινήτων που χρήζουν αναβάθμισης.
Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο Αειφόρων Κτιρίων Ελλάδος (SBC) προχώρησε πριν από μερικές ημέρες στην υποβολή σχετικού υπομνήματος στον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου. Μεταξύ άλλων, ζητεί τον ορισμό ενός επικαιροποιημένου χρονοδιαγράμματος ενσωμάτωσης της σχετικής οδηγίας στην ελληνική νομοθεσία, όπως επίσης και την καθιέρωση ελάχιστων ενεργειακών προτύπων (ΜEPS), που θα ενεργοποιούνται κατά την πώληση, μίσθωση ή αλλαγή χρήσης ακινήτου, με παράλληλη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων. Στην πράξη, τα ελάχιστα αυτά πρότυπα στοχεύουν στην πρακτική εφαρμογή της οδηγίας, λειτουργώντας όμως ως «κόφτες» αξιοποίησης ακινήτων που δεν έχουν αναβαθμιστεί ενεργειακά. Ο αντίλογος σε κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι ότι σε μια περίοδο κατά την οποία η στεγαστική κρίση επιδεινώνεται και η ελλιπής προσφορά κατοικιών και δη προσιτών αποτελεί «πονοκέφαλο» για τους κυβερνώντες, ένα τέτοιο μέτρο θα είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω αποστέρηση της αγοράς από διαθέσιμα ακίνητα. Ακόμα όμως κι αν αυτά είναι ενεργειακά αναβαθμισμένα, το κόστος τους προφανώς και δεν θα είναι πλέον προσιτό.
Παράλληλα, προτείνεται η εισαγωγή ενός ψηφιακού «διαβατηρίου» ανακαίνισης για κάθε κτίριο, ώστε οι ιδιοκτήτες να γνωρίζουν τι παρεμβάσεις χρειάζεται το σπίτι τους και πόσο θα κοστίσουν, όπως επίσης και η διασύνδεση με τα προγράμματα επιδότησης. Συγκεκριμένα, τα κίνητρα και οι επιχορηγήσεις πρέπει να συνδεθούν με τα νέα ενεργειακά πρότυπα και τον οδικό χάρτη εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια. Επίσης, προτείνεται η εκπαίδευση μηχανικών και τεχνικών στα νέα πρότυπα, ώστε οι ανακαινίσεις να γίνονται σωστά και να αποδίδουν πραγματική εξοικονόμηση. Το Συμβούλιο Αειφόρων Κτιρίων Ελλάδος επισημαίνει επίσης ότι το Εθνικό Σχέδιο Ανακαίνισης Κτιρίων (ΕΣΑΚ), που έπρεπε να έχει υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη από τον Μάρτιο του 2026, παραμένει εκκρεμές. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο καθυστέρησης στη ροή των ευρωπαϊκών κονδυλίων που χρηματοδοτούν προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ».

