Η κινηματογραφική ιστορία έχει αποδείξει πως υπάρχουν δύο δρόμοι να διαλέξει κανείς κάνοντας τον Νίκολας Κέιτζ πρωταγωνιστή του: είτε χτίζει εξ αρχής κάτι «φορεμένα» γκροτέσκο, με απώτερο σκοπό την άμεση καλτ κατηγοριοποίηση, είτε αφήνει τον ηθοποιό να αναπνεύσει φυσικά στο πλατό και έτσι η sui generis προσωπικότητά του να αναδειχθεί στον αφρό.
Ευτυχώς, το «Spider-Noir» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η σειρά οκτώ επεισοδίων του Ορεν Ουζιέλ, που ανέβηκε πριν από λίγες μέρες στην πλατφόρμα του Prime Video, οδηγεί τον Κέιτζ ξανά στο σύμπαν του Spiderman, αν και αυτή τη φορά σε κάτι αρκετά διαφορετικό αισθητικά από το «Spiderman: Into the Spiderverse» (2018). Οπως μαρτυρά βέβαια το όνομα της σειράς, και εδώ ο 62χρονος αεικίνητος ηθοποιός φορά τη στολή της Αράχνης, που δεν είναι παρά μια άλλη φιλμ νουάρ εκδοχή του Spiderman, όπως την εμπνεύστηκαν πρώτη φορά το 2009 ο Ντέιβιντ Χάιν και ο Φαμπρίς Σαπόλσκι για τη σειρά κόμικ «Marvel Noir».

Ο Μπεν Ράιλι, όπως λέγεται ο ήρωας στη δίχως ιστούς εκδοχή του στο «Spider-Noir», φορά λοιπόν τη φεντόρα του τη μέρα, οπότε και εργάζεται ως μέτριας επιτυχίας ντετέκτιβ, και την μπαλακλάβα του το βράδυ για να προστατεύσει την πόλη από τους κινδύνους της (και όπως φαντάζεστε, τα κάνει όλα για ένα κορίτσι που κάποτε έχασε). Συντομα ανακαλύπτουμε πως η Αράχνη δεν είναι η μόνη υπερδύναμη της πόλης, αλλά έχει απέναντί της μερικούς ακόμη ήρωες επαυξημένων δεξιοτήτων, που έχουν ξανασυναντηθεί στη Γαλλία, πίσω στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και μπήκαν οι σπόροι αυτής εδώ της ιστορίας (δεν θα αποκαλύψουμε περισσότερα).
Πίσω από όλα αυτά ξεδιπλώνεται στο αφηγηματικό παρόν ένα δίκτυο που γεμίζει όλα τα κουτάκια του αμερικανικού φιλμ νουάρ: μια πόλη που κινείται υπόγεια, Ιρλανδοί γκάνγκστερ (απολαυστικός με τη βαριά προφορά του ο Μπρένταν Γκλίσον), μια αδυσώπητη φαμ φατάλ που ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τους απώτερους σκοπούς της (ψυχρά γοητευτική η ερμηνεία της Λι Τζουν Λι). Αλλά και β΄ ρόλοι που δεν μένουν «χάρτινοι» στο φόντο, όπως αυτοί της πληθωρικής δαιμόνιας βοηθού του Ράιλι, Τζάνετ (Κάρεν Ροντρίγκεζ), και του δημοσιογράφου της Daily Bugle Ρόμπι Ρόμπερτσον (Λαμόρν Μόρις), που ζει για τα ρεπορτάζ του.
Marvel για σινεφίλ

Οι υπερδυνάμεις λειτουργούν σαν ένα ακόμα γεμισμένο περίστροφο στη νουάρ πλοκή, προς την οποία γέρνει η πλάστιγγα, έναντι της υπερηρωικής στόφας που υπόσχεται ένας τέτοιος τίτλος. Για μια παραγωγή του σύμπαντος της Marvel, το «Spider-Noir» ευτυχώς νερώνει ελάχιστα το κρασί του, ικανοποιώντας αρκετά όσους σινεφίλ αποφάσισαν να πατήσουν το «play», με πίστη στις καλτ δυνάμεις του πρωταγωνιστή του αλλά και για την επιτυχημένη μίμηση της φιλμ νουάρ αισθητικής. Ανάμεσα στα μουσκεμένα σοκάκια της Νέας Υόρκης της εποχής της Μεγάλης Υφεσης ξεπροβάλλουν και μικρές σταγόνες εκμοντερνισμού και αναχρονισμών, προκειμένου να μη χαθεί η επαφή και με ένα νεότερο κοινό.
Ετσι, όποιος θεατής θέλει μπορεί να απαρνηθεί τη στυλάτη ασπρόμαυρη φωτογραφία της σειράς και να την παρακολουθήσει έγχρωμη (χάνοντας ένα μεγάλο μέρος της χάρης της), μιας και παρέχεται και αυτή η δυνατότητα στην πλατφόρμα. «Αγκάθι» που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει είναι και η μουσική: ρεφρέν βγαλμένα από τον τρέχοντα αιώνα, ντυμένα με την αισθητική τού χθες, τραγουδά η Κατ Χάρντι στο κλαμπ «Alcove», το κομμάτι των τίτλων (Kirby – «Saving Grace») θυμίζει περισσότερο ραδιοφωνικό χιτ της Kovacs και λιγότερο κάτι που απηχεί πραγματικά την εποχή-αποκορύφωμα, η Εϊμι Γουάινχαουζ που ακούγεται στην αυλαία της σειράς.
Αν όμως επικεντρωθούμε στο δάσος και όχι στο δέντρο, η σειρά βρίσκει τη χρυσή τομή και κάνει την άσκηση ύφους της να λειτουργεί ισορροπημένα. Τα πάντα άψογα στυλιζαρισμένα πλάνα γεμίζουν όχι μόνο με σασπένς, αλλά και άφθονο χιούμορ. Οι γρήγοροι, έξυπνοι διάλογοι θυμίζουν τους ρυθμούς του παλιού Χόλιγουντ αλλά κρατούν και την επαφή τους με το σήμερα. Οσο για εκείνους που «αναπνέουν» σινεμά, δεν θα μείνουν παραπονεμένοι από τις αναφορές της σειράς: ο Κέιτζ που μιμείται τον Μπόγκαρτ, οι πολυπρισματικοί καθρέφτες της «Κυρίας από τη Σανγκάη», ακόμα και συστελλόμενες εικόνες με καταβολές στον γερμανικό εξπρεσιονισμό χωρούν εδώ· αισθητές, μα όχι με διάθεση σνομπ επιβολής. Αδύνατον το εγχείρημα να μη φέρει στο μυαλό και το ρετρό «WandaVision» που προηγήθηκε τηλεοπτικά πριν από μια πενταετία από τα στούντιο της Marvel.

Η καλή κράση του «Spider-Noir» έχει φυσικά ως μεγάλο της ατού τον Νίκολας Κέιτζ, που καταφέρνει να αλατοπιπερώσει ένα είδος που παραδοσιακά δεν βασίζεται στις ερμηνείες. Το κάνει με ένα πέπλο μετα-ειρωνείας, μιας και δίνει στον ήρωά του πνοή, γνωρίζοντας καλά πότε χρειάζεται να βγάλει τη δραματικότητα και πότε την κωμικότητα από τη φαρέτρα του. Οσο για τη σειρά στο σύνολό της, η αισθητική της νοσταλγία παραδόξως ανανεώνει το υπερηρωικό είδος, ακριβώς γιατί δοκιμάζει τα όριά του και μαζί τα διαφορετικά κοινά που μπορεί να προσελκύσει.
Τα ξένα Μέσα αναρωτιούνται ήδη αν θα δούμε και δεύτερη σεζόν του «Spider-Noir». Στην πρώτη, πάντως, ο Μπεν Ράιλι έκανε την έξοδο που του άρμοζε: τρωτός μες στις δυνάμεις του, φόρεσε το καπέλο του και κράτησε τη Σαντορίνη, στην οποία του υποσχόταν η Κατ Χάρντι πως θα το σκάσουν, ως την ουτοπία που, τελικά, δεν έρχεται ποτέ.
Το «Spider-Noir» είναι διαθέσιμο στην πλατφόρμα του Prime Video.
