Ο Ναθάνιελ Φίσερ, ιδιοκτήτης του γραφείου τελετών «Fisher & Sons», οδηγεί τη νεκροφόρα του τραγουδώντας και καπνίζοντας όταν η γυναίκα του, Ρουθ, τον καλεί για ψώνια και τον μαλώνει για το τσιγάρο. Εκείνος το πετά, ανάβει άλλο ένα και δεν βλέπει το λεωφορείο που έρχεται από το πλάι. Λίγο μετά, η Ρουθ μαθαίνει τον θάνατο του συζύγου της και καταρρέει στην κουζίνα.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή, η πολυβραβευμένη σειρά του HBO «Six Feet Under» (στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Γραφείο Κηδειών Φίσερ») θέτει ξεκάθαρα τον τόνο της: ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως κάτι σπάνιο και σοκαριστικό που διακόπτει την καθημερινότητα, αλλά ως κάτι φυσικό – αναπόσπαστο μέρος της ζωής.
Η ιστορία ακολουθεί την οικογένεια Φίσερ, που έχει ένα γραφείο τελετών στο Λος Αντζελες. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα, Ναθάνιελ Φίσερ, την επιχείρηση αναλαμβάνουν οι δύο γιοι του, ο Νέιτ (Πίτερ Κράουζε) και ο Ντέιβιντ (Μάικλ Σ. Χολ), ενώ η μητέρα και η μικρότερη κόρη, Κλερ (Λόρεν Αμπροουζ), προσπαθούν να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα. Η ζωή τους μοιράζεται ανάμεσα στο σπίτι και το γραφείο κηδειών, όπου ο θάνατος δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινή συνθήκη, και όπου όλοι ζουν με τη βεβαιότητα ότι αργά ή γρήγορα θα έρθει για όλους.
Σε αντίθεση με ό,τι συνηθιζόταν τότε στην τηλεόραση, η σειρά του HBO τοποθέτησε τον θάνατο στο κέντρο της αφήγησης και όχι στο περιθώριο της ιστορίας, αντιμετωπίζοντάς τον ως μια σταθερά με την οποία οι χαρακτήρες καλούνται να ζήσουν.

Κάθε επεισόδιο της σειράς του Αλαν Μπολ, που έκανε πρεμιέρα στις 3 Ιουνίου του 2001 και ολοκληρώθηκε το 2005 μετά από πέντε σεζόν, ξεκινά με έναν θάνατο. Οχι ως κεντρικό γεγονός της αφήγησης, αλλά ως αφετηρία για να ξεδιπλωθεί η ιστορία γύρω από όσους μένουν πίσω και προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Αυτό το σταθερό μοτίβο δεν λειτουργεί απλώς ως αφηγηματικό εύρημα, αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος θέασης του θανάτου. Δεν αποτελεί δραματουργική κορύφωση, αλλά σημείο εκκίνησης κάθε φορά. Η απουσία προετοιμασίας ή κλιμάκωσης αφήνει χώρο σε κάτι πιο απλό και ταυτόχρονα πιο σκληρό: στη συνύπαρξη του τέλους με τη ζωή που συνεχίζεται.
Μέσα από αυτή τη συνθήκη, η σειρά μετατοπίζει σταδιακά το ενδιαφέρον της από τον θάνατο στους ίδιους τους ανθρώπους. Οι χαρακτήρες δεν τον αντιμετωπίζουν ως κάτι μακρινό ή θεωρητικό, αλλά ως μέρος της δουλειάς και της καθημερινότητάς τους. Βρίσκονται διαρκώς ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: εκείνη του πένθους των άλλων και εκείνη της δικής τους προσωπικής αστάθειας.
Σε αυτή τη διπλή θέση, η σειρά δείχνει κάτι πιο βαθύ: ο θάνατος δεν επηρεάζει μόνο τη στιγμή της απώλειας – επηρεάζει και τον τρόπο που οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους – τι λένε, τι αποφεύγουν και τι δεν καταφέρνουν ποτέ να πουν. Οι Φίσερ δεν λειτουργούν ως «σταθεροί» παρατηρητές του θανάτου αλλά ως άνθρωποι που προσπαθούν να ισορροπήσουν μέσα σε αυτόν.
Αυτό, άλλωστε, αποτυπώνεται και στον ίδιο τον τόνο της σειράς, που συχνά συνδυάζει το πένθος με πιο απρόσμενες, καθημερινές ή και στιγμές ειρωνείας…
Δράμα και χιούμορ
Εκείνο που συχνά επισημαίνεται σε αναδρομές της σειράς είναι ότι το τηλεοπτικό πρότζεκτ μυθοπλασίας δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο μόνο ως δραματικό γεγονός, αλλά και ως κάτι που συνυπάρχει με το χιούμορ, την αμηχανία και τις πιο ανάλαφρες καθημερινές στιγμές – ένας τόνος που φαίνεται χαρακτηριστικά σε επεισόδια όπως το «The Foot» όπου το μακάβριο στοιχείο της δουλειάς των Φίσερ μπλέκεται με στιγμές ειρωνείας και μαύρου χιούμορ μέσα στην ίδια αφήγηση.
Τι μας έμαθε τελικά το «Six Feet Under» για τον θάνατο; Ισως όχι ότι μπορούμε να τον κατανοήσουμε ή να τον εξηγήσουμε, αλλά ότι έρχεται πάντα μέσα στην αταξία της ζωής, μέσα στις σχέσεις που δεν έχουν «ειπωθεί» πλήρως, στις στιγμές που συνεχίζονται. Και γι’ αυτό, 25 χρόνια μετά, παραμένει ίσως η πιο ανθρώπινη σειρά για τον θάνατο.
