Η παράσταση «Medea’s Children» (Τα παιδιά της Μήδειας) του Μίλο Ράου, που παρουσιάστηκε στην Πειραιώς 260 (4-5 Ιουλίου), αφηγείται μέσα από τις ερμηνείες πέντε ανήλικων ηθοποιών τον μύθο της μάγισσας από την Κολχίδα αλλά και μιας σύγχρονης «Μήδειας» από το Βέλγιο, που το 2007 σκότωσε και τα πέντε παιδιά της. Τρία κορίτσια και δύο αγόρια επωμίζονται όλους τους ρόλους, στο τότε και στο τώρα, για να μας κάνουν να σκεφτούμε πάνω στη βία, πώς γεννιέται, πώς θρέφεται και πώς εκτονώνεται. Το έργο ξεκινάει με μια σκηνοθετημένη «συζήτηση» παρουσία ενός ενήλικου ηθοποιού, όπως αυτές που πραγματοποιούνται μετά το τέλος των παραστάσεων και σταδιακά παρακολουθούμε τις δύο παράλληλες «Μήδειες» μέχρι την αναπαράσταση των φόνων. Στην αρχαία τραγωδία, τα παιδιά ακόμα και όταν εμφανίζονται στη σκηνή, παραμένουν βωβά· ο Ράου όμως τους δίνει φωνή, ακούμε τι αποτύπωμα αφήνει μέσα τους η ιστορία της Βελγίδας, παίρνουν τα ίδια το μαχαίρι και αναπαριστούν το έγκλημα με κάθε λεπτομέρεια, ενώ μια κάμερα καταγράφει κάθε κίνηση. Ωφελεί τη θεατρική πράξη η πιστή αναπαράσταση της βίας; Πού μπαίνουν τα όρια; Ρωτήσαμε τρεις σκηνοθέτες.
Ξένια Γεωργιάδου
Κωνσταντίνος Ντέλλας
Θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα δικά σου
Γιατί αντιδρούμε τόσο έντονα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη βία μέσα στη θεατρική σύμβαση ενώ όλη τη μέρα βλέπουμε ειδήσεις με βομβαρδισμούς, εγκλήματα, κακοποιητικές συμπεριφορές, με μια ταραχή που πολύ γρήγορα δίνει τη θέση της, αν όχι στην αδιαφορία, τουλάχιστον σε κάτι που σίγουρα δεν είναι ικανό να μας μετακινήσει; Γιατί μια παιδοφιλική σχέση που προβάλλεται στην οθόνη απλά προκαλεί μια ελαφρά δυσφορία αλλά όχι αντιδράσεις, όσο μια έφηβη με μαχαίρι; Ανάμεσα στο αρχετυπικό μοντέλο της Μήδειας και τo case study της γυναίκας που δολοφονεί τα παιδιά της, ο Ράου μιλάει για τη βία, όχι μόνο του αίματος, αλλά και για τη βία της μοναξιάς, του αποχωρισμού, του bullying και της χειραγώγησης, μέσα από πέντε ανήλικα σώματα. Το έργο ξεκινάει αντίστροφα με ένα aftershow talk που μας συστήνει τους ανήλικους ηθοποιούς με την καθοδήγηση πάντα ενός ενηλίκου. Μπροστά μας ξεδιπλώνονται χαρακτήρες καθημερινοί, οικείοι. Οτιδήποτε γίνεται στη συνέχεια –και σε σημεία είναι σκληρό– φιλτράρεται μέσα από αυτήν την οικειότητα, που σε κάνει να σκεφτείς πως όλοι, θύτες και θύματα, θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα δικά σου. Η βία σε όλη τη διάρκεια της παράστασης είναι παρούσα, περιγράφεται από φωνές προεφηβικές και εφηβικές, επιτελείται σκηνικά και αποκτά διάρκεια. Και εδώ είναι για μένα, ίσως το βασικότερο σκηνικό εργαλείο του Ράου, η διάρκεια. Η σκηνή της διαδοχικής δολοφονίας των πέντε παιδιών αποκτά τέτοια χρονική διάσταση, που σε ένα μέρος του κοινού ίσως και να έφτασε στο όριο της ενόχλησης. Επανέρχομαι, λοιπόν, στο αρχικό μου ερώτημα: Πόσο εξοικειωμένοι είμαστε με τη βία στη ζωή μας λόγω της ταχύτητας των πληροφοριών που λαμβάνουμε;
Αν αυτές οι σκηνές ήταν σύντομες, αν έμπαιναν τα παιδιά στο σπίτι, τελείωναν όλα γρήγορα και περνούσαμε παρακάτω, χωρίς την κάμερα, χωρίς τα κοντινά πλάνα, χωρίς αυτή τη σχεδόν βασανιστική επιμονή στον χρόνο, ίσως θα γυρνούσαμε πιο ήσυχοι στο σπίτι μας. Την επόμενη μέρα το πρωί διάβασα για τρεις κοπέλες 19-21 χρόνων που σκότωσαν μια 32χρονη. Μία από αυτές, όταν τη συνέλαβαν, χαμογέλασε στον φακό.
Ανέστης Αζάς
Δεν υπάρχει δόγμα για το τι επιτρέπεται
Δεν υπάρχουν όρια στην τέχνη. Δεν υπάρχει κάποιο δόγμα που να λέει τι επιτρέπεται και τι όχι πάνω στη σκηνή. Ο καλλιτέχνης έχει δικαίωμα να αναζητήσει τους τρόπους που θα κάνουν κάτι ανάγλυφο, θα το φέρουν μπροστά στα μάτια μας προκαλώντας ένα συναίσθημα. Για εμάς ήταν μια φεστιβαλική παράσταση, στο Βέλγιο που η υπόθεση, από την οποία εμπνέεται, ήταν ευρέως γνωστή, ο παραλληλισμός με τη Μήδεια σίγουρα είχε άλλη βαρύτητα. Ο ίδιος ο Ράου, στη συζήτηση που ακολούθησε μετά την παράσταση, είπε ότι υπακούει σε μια εσωτερική ανάγκη να οδηγεί το έργο σε ένα σημείο, όπου ούτε εκείνος ούτε το κοινό μπορούν πια να εξηγήσουν τι συμβαίνει και γιατί. Δεν είναι σκοπός του θεάτρου να ερμηνεύσει τη βία αλλά να μας φέρει αντιμέτωπους με κάτι που είναι έτσι και αλλιώς ακατανόητο. Αλλωστε, δεν είμαστε στον 5ο αιώνα π.Χ., είμαστε εξοικειωμένοι με την αναπαράσταση της βίας, από τον κινηματογράφο μέχρι τα video games και αυτό αφορά και τα παιδιά. Ο ίδιος, μάλιστα, ανέφερε ότι τα παιδιά διασκέδαζαν με τις σκηνές των φόνων, μάλλον γιατί το αντιμετώπιζαν σαν παιχνίδι. Η βία απασχολεί τον Ράου. Στο «Hate Radio», που είχα δει πριν από χρόνια, μιλούσε για τη γενοκτονία του 1994 στη Ρουάντα, εκεί δεν «έδειχνε» τις σφαγές, αλλά αναπαριστούσε την εκπομπή ενός ραδιοφωνικού σταθμού που παρότρυνε τους ακροατές να συμμετάσχουν σε μαζικές δολοφονίες. Υπάρχει πάντα μια γοητεία, μια πρόκληση στο πώς θα μιλήσεις για κάτι που συνέβη, πατώντας σε πραγματικά γεγονότα.
Αικατερίνη Παπαγεωργίου
Πέρα από την ηδονοβλεπτική θέαση
Είναι από τις παραστάσεις που μου προκάλεσαν πολύ περισσότερα ερωτήματα απ’ όσο μου έδωσαν απαντήσεις, και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι πολύ θετικό. Ωστόσο, δεν μπορώ να σταματήσω να αναρωτιέμαι γιατί να βλέπω επί σκηνής τη δολοφονία παιδιών, τη στιγμή που ως κοινωνία έχουμε πλέον, δυστυχώς, εξοικειωθεί σε μεγάλο βαθμό με την εικόνα της βίας. Καθημερινά παρακολουθούμε, μέσα από τις οθόνες των κινητών μας, παιδιά να πεθαίνουν με φρικτούς τρόπους σε γειτονικές χώρες. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τι είναι αυτό που προτείνει το θέατρο μέσα από την αναπαραγωγή της βίας; Δυσκολεύομαι πλέον να πιστέψω ότι μια τέτοια εικόνα αρκεί από μόνη της για να σοκάρει ή να ενεργοποιήσει ουσιαστικά τον θεατή. Από την άλλη πλευρά, η ιστορία της Βελγίδας Μήδειας δεν παρουσιάστηκε ολοκληρωμένα, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να ιχνηλατήσει κανείς τις δραματουργικές συγγένειες που θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη χρήση αυτής της βίας, η οποία τελικά αποτέλεσε και τη μοναδική σκηνική δράση της παράστασης. Στο αρχαίο δράμα, τα «βίαια» συμβάντα εκτυλίσσονται εκτός σκηνής. Αυτό πράγματι γεννά ουσιαστικά ερωτήματα, όχι όμως –κατά τη γνώμη μου– επειδή επιχειρείται να εξωραϊστούν οι πράξεις. Αντιθέτως, η απουσία της άμεσης αναπαράστασης μάς καλεί να διεισδύσουμε βαθύτερα στα κίνητρα, στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που γεννούν τη βία, ώστε να μην παραμείνουμε στο επίπεδο μιας ηδονοβλεπτικής θέασης. Για μένα, το πιο κρίσιμο ερώτημα παραμένει ένα: Σε έναν κόσμο όπου η βία είναι πανταχού παρούσα, ακόμη και στις πιο αθέατες εκφάνσεις της, μπορεί το θέατρο να προτείνει κάτι πέρα από την αναπαραγωγή της; Και, αν ναι, τι αξίζει να είναι αυτό;

