Διασχίζοντας την απόσταση από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου της Πομπηίας έως το Teatro Grande, με τον ήλιο να έχει μόλις δύσει, μαζί με εκατοντάδες θεατές, όλους σχεδόν Ιταλούς, κοντοστάθηκα στο πρώτο κατακόρυφο μπάνερ: Pompei Theatrum Mundi. Le Baccanti di Euripide, Theodoros Terzopoulos. O «grande Maestro Greco», όπως τον αποκαλούν οι Ιταλοί, άνοιγε το διεθνές φεστιβάλ αρχαίου δράματος «Το θέατρο του κόσμου», με τρεις παραστάσεις των «Βακχών» του Ευριπίδη (18,19, 20 Ιουνίου), με σπουδαίους Ιταλούς ηθοποιούς, σε σκηνοθεσία, διασκευή, σκηνικά, φωτισμούς και κοστούμια με τη δική του υπογραφή. Η συμπαραγωγή είναι της ERT – Emilia Romagna Teatro Fondazione, του Teatro di Roma και του Θεάτρου Αττις. Οι στενοί συνεργάτες του Θ. Τερζόπουλου, Σάββας Στρούμπος και Σταύρος Παπαδόπουλος, είχαν αναλάβει την προεργασία και διδασκαλία ηθοποιών και χορού.

Τι διαφορετικό θα είχε να προσθέσει στην έβδομη σκηνοθεσία του ίδιου έργου, αναρωτιόμουν, συμπορευόμενη μια βραδιά με πολλή ζέστη και υγρασία, με οικογένειες, ζευγάρια, παρέες νέων, όλοι φροντισμένοι για την πρεμιέρα, χωρίς καμία υπερβολή. Είμαστε ελάχιστοι οι Ελληνες, δεν πρέπει να ξεπερνούσαμε τους 30, που βρεθήκαμε εκεί, ως ταξιδιώτες, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε ένα θέατρο χωρητικότητας περίπου 2.500 θεατών.
Με τις «Βάκχες» ο Θόδωρος Τερζόπουλος έχει μια σχέση σχεδόν εμμονική, από την πρώτη σκηνοθεσία του, το 1986, στο αρχαίο στάδιο των Δελφών, στην οποία εφάρμοσε την πρωτοποριακή, βιοδυναμική, σωματική μέθοδό του, που σήμερα διδάσκεται σε δεκάδες χώρες σε όλον τον κόσμο.
Είχα στο μυαλό μου τις τελετουργικές εκδοχές της Κολομβίας ή της Ταϊβάν, όταν, μπαίνοντας στο ιστορικό αμφιθέατρο, σύνθεση ελληνιστικής και ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, είδα στη σκηνή μια υποβλητικά φωτισμένη «εγκατάσταση». Τον Κάδμο ακίνητο σαν πτώμα μέσα σε μια κάψουλα, πίσω του να στέκεται ο Τειρεσίας, ενώ δεξιά και αριστερά υπήρχαν δυο μεγάλες φιάλες οξυγόνου. Για αρκετά λεπτά στην έναρξη ο Τειρεσίας επαναλαμβάνει φράσεις (από τον Ηράκλειτο) που δεν ξεχωρίζουν, σαν εξόδιο ακολουθία ή μαντεία.

Αιμάτινη γραμμή
Ο 12μελής μεικτός χορός των Βακχών, από γυναίκες και άνδρες, εμφανίστηκε στην ορχήστρα με συντονισμένες κινήσεις και μια λοξή αιμάτινη γραμμή από τον λαιμό έως τα πλευρά, ενώ είχαν δεμένους τους καρπούς με μια κόκκινη κορδέλα. Περιμετρικά, στο κοίλον, τοποθετημένα άρβυλα. «Ιτε Βάκχαι» η προτροπή, ακούγεται στα ελληνικά. Η χρήση ελληνικών στίχων από τους Ιταλούς ηθοποιούς είναι συχνή στην παράσταση. Κάτω από τον ακίνητο Κάδμο «γεννιέται» η Σφίγγα, ενώ η πρωτότυπη εξαιρετική μουσική του Παναγιώτη Βελιανίτη δεν συνοδεύει αλλά δημιουργεί ένα ακουστικό πεδίο τελετουργίας. Ρυθμοί από την Ανατολή, περσικοί, συριακοί, λιβανέζικοι, αναμεμειγμένοι με ηλεκτρονικά μέσα και δυτικά μουσικά όργανα. Ανατολή και Δύση «συναντιούνται» σε ένα ανησυχαστικό τοπίο, το οποίο διασχίζουν ήχοι από βομβαρδισμούς, εκρήξεις, πυροβολισμούς, συριγμούς αεράμυνας. Μια μουσική «ανάμεσα στον χτύπο της καρδιάς και στο πολεμικό τύμπανο, στις αναπνοές, στα ισοκρατήματα και στις κραυγές», όπως σημειώνει ο Π. Βελιανίτης.
Είναι η έβδομη σκηνοθεσία του ίδιου έργου, ξεκινώντας το 1986, στο αρχαίο στάδιο των Δελφών, στην οποία εφάρμοσε την πρωτοποριακή, βιοδυναμική, σωματική μέθοδό του, που σήμερα διδάσκεται σε δεκάδες χώρες σε όλον τον κόσμο.
Ο Θόδωρος Τερζόπουλος είχε ήδη ορίσει το περιβάλλον της παράστασής του σε ολοσέλιδες συνεντεύξεις του στον ιταλικό Τύπο. «Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την τρέχουσα ανθρωπιστική κρίση. Ο Διόνυσος, όπως οι σημερινοί πρόσφυγες, ξεκινάει το ταξίδι του από τον Τμώλο της Λυδίας και διά μέσου της Μέσης Ανατολής φτάνει στη Μεσόγειο. Ερχεται επίσης στη σκηνή για να αποκαλύψει το νόημα του ιερού που έχει χαθεί σήμερα, ενσαρκώνοντας τη δημιουργική αλλά και καταστροφική δύναμη της φύσης που παραβιάζεται με αλόγιστο τρόπο και αντιδρά, τιμωρώντας ανεξέλεγκτα. Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε τόσο τη δυσπιστία απέναντι στους ξένους όσο και την τυραννική εξουσία. Ο αυταρχισμός του Πενθέα ή η περίπτωση του Κάδμου που αναζητεί λύσεις συμβιβαστικές και ωφελιμιστικές με τη νέα θρησκεία».

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος εστιάζει στο δικό του «τάμα»: τον Διόνυσο. Γι’ αυτόν δεν είναι μόνο μια μυθολογική θεότητα, αλλά και μια περιπλανώμενη φιγούρα σε συνεχή μεταμόρφωση, που αμφισβητεί τα όρια του χρόνου και του χώρου.
Λιτότητα
Το κοινό (ανάμεσά του και ο ηθοποιός Λαέρτης Βασιλείου, που πλέον εργάζεται στα Τίρανα στο εκεί Εθνικό Θέατρο) αποθέωσε όλους τους συντελεστές και τον σκηνοθέτη. Θα μας μείνει αλησμόνητη η λιτότητα, καθαρότητα, το τέμπο και η πυκνότητα της παράστασης· οι κόκκινες ενδυματολογικές πινελιές· η στιγμή που η Αγαύη συνειδητοποιεί ότι υπό το κράτος της βακχείας έχει κατακρεουργήσει τον γιο της Πενθέα και κρατάει στο χέρι της ως τρόπαιο το κεφάλι του, νομίζοντας ότι είναι κεφάλι λιονταριού. Αηχη η κραυγή της, με μια έκφραση που δύσκολα διαγράφεται από τη μνήμη.
Τελευταία εικόνα, ο κορυφαίος του χορού, ανάμεσα στους θεατές, στις κερκίδες, να εκφέρει στα ελληνικά τη φράση του Ηράκλειτου: «Οσα είδομεν και ελάβομεν, ταύτα απολείπομεν, όσα δε ούτε είδομεν ούτ’ ελάβομεν, ταύτα φέρομεν».

Οι έβδομες «Βάκχες» του Θ. Τερζόπουλου (που αυτή την εβδομάδα παρουσιάζονται στην Οστια, στο Teatro Ostia Antica Festival) είναι ένα βήμα σε βάθος. Απαλλαγμένο από οτιδήποτε περιττό, αγγίζει αυτό που «φέρομεν», το τραύμα της ύπαρξης.

