Από σήμερα ο Μάριο Μπανούσι ανήκει σε μια μικρή ομάδα σκηνοθετών και ανθρώπων του θεάτρου από όλο τον κόσμο οι οποίοι έχουν τιμηθεί με τον Αργυρό Λέοντα του τμήματος θεάτρου της Μπιενάλε Βενετίας, βραβείο που απονέμεται στις πιο εξέχουσες μορφές του σύγχρονου θεάτρου. «Αυτό που ζω αυτές τις μέρες στη Βενετία είναι από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής μου», μας λέει με ενθουσιασμό ο 27χρονος Ελληνοαλβανός σκηνοθέτης, λίγες ώρες πριν από την τελετή απονομής του μεγάλου βραβείου. Η πρόταση της βράβευσής του ήρθε από τον Αμερικανό ηθοποιό Γουίλεμ Νταφόε, διευθυντή του τμήματος θεάτρου της Μπιενάλε Βενετίας, σύμφωνα με τον οποίο «το θέατρο του Μπανούσι, τόσο άμεσα οικείο και βαθιά ριζωμένο στη βαλκανική κουλτούρα, γνωρίζει επίσης πώς να είναι ευφυώς πολιτικό, ένα αιχμηρό πλήγμα στις αντιφάσεις της εποχής μας». Με αυτή την αφορμή, αυτές τις μέρες παρουσιάζεται για πρώτη φορά ολόκληρη η τριλογία των έργων του «Ragada», «Goodbye Lindita» και «Taverna Miresia» υπό τον τίτλο Romance Familiare, στο πλαίσιο του 54ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου Βενετίας.
Σε βενετσιάνικο αρχοντικό
Η «Ragada» είναι το «χειροποίητο» σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μπανούσι που δημιουργήθηκε με ελάχιστα μέσα κατά τη διάρκεια της πανδημίας και παρουσιάστηκε στο διαμέρισμα της συνεργάτιδός του Χρυσής Βιδαλάκη στην Αθήνα το 2022, αλλά δεν έχουμε ξαναδεί στην Αθήνα έκτοτε.
«Νιώθω σαν να ανοίγω κάτι στον κόσμο το οποίο είναι πολύ προσωπικό (…), έχει μια δυσκολία, αλλά είναι σαν να μοιράζομαι ένα φωτογραφικό άλμπουμ ή ένα προσωπικό μου ημερολόγιο».
Στη Βενετία το έργο ανεβαίνει για 25 μόλις θεατές σε κάθε παράσταση, διατηρώντας την αίσθηση της οικειότητας που είχε η αθηναϊκή εκδοχή της. Για να βρει τον ιδανικό χώρο για τη συγκεκριμένη περφόρμανς, ο Μπανούσι βρέθηκε δύο φορές τους προηγούμενους μήνες στη Βενετία, ώστε να δει από κοντά τα προτεινόμενα διαμερίσματα. «Μπαίναμε στη γόνδολα, κατεβαίναμε για να επισκεφθούμε κάποιο σπίτι και συνεχίζαμε την πλωτή διαδρομή μας μέσα από τα κανάλια μέχρι το επόμενο διαμέρισμα», εξηγεί στην «Κ» ο σκηνοθέτης, ο οποίος βρίσκεται στη Βενετία από τις αρχές Ιουνίου. Ετσι, κατέληξε σε ένα βενετσιάνικο αρχοντικό του 15ου αιώνα, παράρτημα του κύριου ανακτόρου που ανήκε σε οικογένεια ευγενών, των Σούριαν, στην οδό San Pantalon. Οταν το είδε, μαγεύτηκε. «Αποτελεί το πραγματικό σπίτι ενός ηλικιωμένου κυρίου, το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ ούτε για γύρισμα ούτε για παράσταση. Ενας πανέμορφος, μυσταγωγικός χώρος με μαρμάρινα πατώματα, τρούλους και εσωτερικές κολόνες, που θυμίζει μεσαιωνικό ναό», όπως μας περιγράφει. Η «Ragada» αξιοποιεί διάφορους χώρους του σπιτιού. Μεταξύ αυτών, σε μία από τις τελευταίες σκηνές, μια ερμηνεύτρια ανοίγει ένα παράθυρο και φεύγει, ντυμένη νύφη με μια τεράστια ουρά. «Εδώ στη Βενετία, το παράθυρο του σπιτιού βλέπει κατευθείαν στο κανάλι. Οι θεατές βλέπουν, λοιπόν, την ερμηνεύτρια να ανοίγει αυτό το τεράστιο παράθυρο και να πέφτει στο κανάλι, όπου από κάτω την περιμένει μια γόνδολα, αλλά μοιάζει σαν να πέφτει στο νερό», αναφέρει ο σκηνοθέτης. Η μαγική συνθήκη του συγκεκριμένου χώρου συνεχίζεται και μετά το τέλος της παράστασης, στην εσωτερική αυλή του σπιτιού, «γεμάτη ευωδιαστά ρυγχόσπερμα και ελαιόδεντρα, όπου κερνάμε κρασί τους θεατές και συζητάμε μαζί τους για την παράσταση».


Μέσα στα σχεδόν τέσσερα χρόνια της εμφάνισής του στη θεατρική σκηνή της Αθήνας, ο Μάριο Μπανούσι ξεχώρισε πολύ γρήγορα για την ιδιαίτερη σκηνική γλώσσα του, που μπλέκει τους κόσμους του θεάτρου, της περφόρμανς, του χορού και των εικαστικών, αποτυπώνοντας έτσι τις προσωπικές του εμπειρίες, τις βαλκανικές παραδόσεις, τα θέματα της απώλειας, της μνήμης, του θρήνου, σε μια ποιητική συνθήκη που επενδύεται με ατμοσφαιρικούς φωτισμούς και υποβλητικές μουσικές συνθέσεις. Το μη λεκτικό θεατρικό σύμπαν του επικοινωνεί άμεσα με θεατές από όλο τον κόσμο. «Μου φαίνεται απίστευτα τιμητικό να συναντώ στη Βενετία ανθρώπους οι οποίοι μπορεί να έχουν έρθει από άλλες χώρες απλώς για να δουν μια παράστασή μου», μας λέει με συγκίνηση, λίγες ώρες πριν από τη βράβευσή του. «Νιώθω σαν να ανοίγω κάτι στον κόσμο το οποίο είναι πολύ προσωπικό, το άνοιγμα αυτό έχει μια δυσκολία, αλλά είναι σαν να μοιράζομαι ένα φωτογραφικό άλμπουμ ή ένα προσωπικό μου ημερολόγιο και να αφήνω το κοινό να διαβάσει κάποιες από τις σελίδες. Οχι όμως όλες. Κάποιοι θεατές μού λένε ότι, αφού έχουν δει κάποια από τις παραστάσεις μου, αισθάνονται σαν να με ξέρουν, σαν να είμαστε συγγενείς, όμως στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι αλήθεια γιατί γνωρίζουν ένα πολύ μικρό κομμάτι της προσωπικής ιστορίας μου».
Νέα πρότζεκτ
Μετά τη Βενετία, οι παραστάσεις «Goodbye Lindita», «Taverna Miresia» και «Mami» συνεχίζουν την περιοδεία τους, με σημαντικότερη στάση το Φεστιβάλ Θεάτρου του Εδιμβούργου, όπου τον Αύγουστο θα παιχτεί το «Taverna Miresia», ενώ το φθινόπωρο η περιοδεία εντείνεται με πολύ περισσότερες στάσεις εντός και εκτός Ευρώπης. Οσο για τις νέες δουλειές που ετοιμάζει, θα συνεργαστεί με τη διάσημη Γαλλίδα εικαστικό Σοφί Καλ σε ένα ειδικό πρότζεκτ, ενώ την άνοιξη έκανε μια ακρόαση για το νέο έργο που θα παρουσιάσει στα μέσα του 2027. «Είμαι σε μια πολύ δημιουργική διαδικασία αυτή την περίοδο. Γράφω, ζωγραφίζω, σκέφτομαι, εμπνέομαι από ταινίες και μουσεία, προσπαθώ να δω τι είναι αυτό που με απασχολεί, για ποιο θέμα θέλω να μιλήσω στην επόμενη παράστασή μου. Νιώθω σαν ένα ηφαίστειο που είναι έτοιμο να σκάσει», υπογραμμίζει λίγο πριν κλείσουμε για να ολοκληρώσει την ομιλία που θα εκφωνήσει στην τελετή βράβευσής του με τον Αργυρό Λέοντα.

