50 χρόνια VHS: «Rewind» στην αειθαλή επανάσταση της βιντεοκασέτας

50 χρόνια VHS: «Rewind» στην αειθαλή επανάσταση της βιντεοκασέτας

Μισό αιώνα μετά το λανσάρισμα του οικιακού βίντεο, η κασέτα μπορεί να αποτελεί για τα καλά παρελθόν, όμως το «λεξιλόγιο» που άρθρωσε επηρεάζει ακόμα βαθιά το σύμπαν του σινεμά, χωρίς το άγχος… της έγκαιρης επιστροφής της ταινίας

8' 28" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε μια σκηνή του «Seinfeld», ο Τζορτζ απορεί όταν ο υπάλληλος του βιντεοκλάμπ τού ζητάει 3,49 δολάρια αντί για 1,49, επειδή επιστρέφει τη βιντεοκασέτα της (φανταστικής) ταινίας «Rochelle, Rochelle» χωρίς να έχει γυρίσει την κασέτα στην αρχή της. Ο άσωτος φίλος του, Κρέιμερ, του έχει τη λύση: «Μην του δώσεις ούτε δολάριο. Θα σου κοστίσει λιγότερο να την κρατήσεις μία μέρα παραπάνω και να την επιστρέψεις αύριο, γυρισμένη».

Το παραπάνω σκηνικό από τη σειρά στις αρχές των 90s μπορεί να γυρνάει κάποιους στα βαθιά νιάτα τους, για τους νεότερους σίγουρα μοιάζει με άγνωστος κόσμος. Προθήκες με κουτιά βιντεοκασέτας, χειροκίνητο γύρισμα της ταινίας στην αρχή της, το άγχος της επιπλέον χρέωσης αν η ταινία δεν επιστραφεί εγκαίρως ή στη σωστή κατάσταση, όλα κάτω από την ομπρέλα τριών μαγικών γραμμάτων: VHS. 

To Video Home System, όπως είναι η πλήρης ονομασία του, λανσαρίστηκε πριν από μισό αιώνα, το 1976, από την ιαπωνική JVC, υποσχόμενο επανάσταση στον τρόπο που θα παρακολουθούσαμε ταινίες (και όχι μόνο) έκτοτε. Με μία συσκευή συνδεδεμένη στην τηλεόραση και ένα μαύρο πλαστικό παραλληλόγραμμο στο μέγεθος βιβλίου, το σινεμά, ένα καθαρά συλλογικό έως τότε θέαμα, περνούσε μια και καλή στη σφαίρα της ιδιωτικής θέασης. Ο καταναλωτής δεν εξαρτιόταν πλέον από τον προγραμματισμό των αιθουσών ή τις ταινίες που προέβαλλαν τα διαθέσιμα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά μπορούσε να επιλέξει τι θα δει και πότε από τα νέα μαγαζιά που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια σε κάθε γειτονιά, τα βιντεοκλάμπ. 

Μισό αιώνα μετά, το VHS αυτό καθαυτό αποτελεί πλέον μουσειακό είδος: οι τελευταίες συσκευές βγήκαν το 2016, και ακόμα και τότε το βίντεο αποτελούσε για τα καλά παρελθόν ως προϊόν μαζικής κουλτούρας. Πριν από αυτό όμως, το VHS υπήρξε καταλυτικό στη μοίρα του σινεμά με βαθιά επιρροή μέχρι και σήμερα. 

«Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» και Ταρκόφσκι

Το VHS λειτούργησε πρώτα και κύρια ως η αρχή της εξατομίκευσης, αλλά υποσχέθηκε και μια κινηματογραφική ενασχόληση που δυνητικά δεν τελείωνε ποτέ: «Ξαφνικά υπήρχε πρόσβαση σε έναν απέραντο κατάλογο από ταινίες, βοηθώντας έτσι στην εκπαίδευση πολλών σινεφίλ», θα σχολιάσει και ο Γιάννης Βασιλείου, κριτικός κινηματογράφου και curator στην πλατφόρμα του Cinobo

Ετσι, σινεφίλ δεν ήταν πλέον μόνο αυτός που ξημεροβραδιαζόταν στις αίθουσες αλλά και εκείνος που μπορούσε να φορτώσει σε μια τσάντα ό,τι καινούργιο έφερνε το βιντεοκλάμπ. Συχνά μπορεί να είχε ταινίες που κάποιος έως τότε ήταν δύσκολο να δει αν δεν έμενε κοντά σε κάποια ταινιοθήκη με εκλεκτικά αφιερώματα προβολών. 

Το VHS έγινε βέβαια γρήγορα μαζική υπόθεση και η βιντεοκασέτα μια τεράστια αγορά στις ΗΠΑ και άρα συνεκδοχικά σε όλο τον κόσμο. Το πρώτο κατάστημα της γνωστής αμερικανικής αλυσίδας βιντεοκλάμπ «Blockbuster» άνοιξε ήδη το 1978 και μέχρι το 2000 είχε αποκτήσει 5.000 καταστήματα από τα συνολικά 20.000 που υπήρχαν στις Ηνωμένες Πολιτείες – διάστημα που θεωρείται και η χρυσή περίοδος του βίντεο.

Μια ολόκληρη cult παράλληλη κινηματογραφική πραγματικότητα βρήκε το κοινό της μέσα από τη βιντεοκασέτα, ακόμα και αν οι ταινίες της επιδίδονταν σε χαμηλές πτήσεις στις αίθουσες.

Ηταν λογικό και επόμενο λοιπόν να επηρεαστεί και η ίδια η κινηματογραφική παραγωγή. Αφενός, οι ταινίες απέκτησαν μια υπολογίσιμη δεύτερη ζωή, δεν άρχιζαν και τελείωναν στις αίθουσες. Ενδεικτικά, το «Lion King» (1994) που αποτελεί και την εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών σε βιντεοκασέτα στις ΗΠΑ, πέρα από το σχεδόν 1 δισ. δολάρια που έβγαλε στο παγκόσμιο box office, πούλησε και 32 εκατ. κασέτες μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Αφετέρου, με το VHS γεννήθηκε μια ολόκληρη νέα αγορά ταινιών που έβγαιναν απευθείας στο βίντεο. Οι τηλεταινίες ήρθαν να επιτελέσουν τον ρόλο που είχαν τις προηγούμενες δεκαετίες οι b-movies: ήταν δηλαδή ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού και αμφιλεγόμενης αισθητικής αξίας. Ας θυμηθούμε την άνθηση της βιντεοκασέτας και στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80. Σκηνοθέτες όπως ο Ομηρος Ευστρατιάδης γυρνούσαν φθηνές κωμωδίες τη μία μετά την άλλη, στις οποίες συνυπήρχαν οι σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου (στις όχι καλύτερες μέρες τους) και νέοι σταρ που αναδύθηκαν, όπως ο Στάθης Ψάλτης και ο Σταμάτης Γαρδέλης. 

Μια ολόκληρη cult παράλληλη κινηματογραφική πραγματικότητα βρήκε επίσης το κοινό της μέσα από τη βιντεοκασέτα, ακόμα και αν οι ταινίες της επιδίδονταν σε χαμηλές πτήσεις στις αίθουσες. Εταιρείες όπως η Troma Entertainment έβαλαν στο μπλέντερ τρόμο, φαντασία και φθηνά εφέ και με ταινίες όπως το «The Toxic Avenger» (1984) έχτισαν μια μυθολογία που καλά κρατεί μέχρι και σήμερα. Τέλος, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και τη ραγδαία άνοδο του πορνό που ήρθε με το βίντεο. 

Εχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που η κουλτούρα του βίντεο μπήκε σταδιακά στις ίδιες τις ταινίες. Στο «Videodrome» (1983) του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ η βιντεοκασέτα μεταμορφώνεται σε μια απειλητική οντότητα που εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο του ήρωα. Στο «Clerks» (1994) του Κέβιν Σμιθ το βιντεοκλάμπ είναι κάτι σαν το αντίστοιχο καφενείο της τεμπέλικης γενιάς Χ, που βλέπει διάφορες εξωτικές φιγούρες πελατών να παρελαύνουν ανάμεσα σε ταινίες, όσο ο χρόνος κυλάει πληκτικά. Μέχρι και τη δεκαετία του 2000, τα βιντεοκλάμπ ήταν ένα κινηματογραφικό σκηνικό τόσο συχνό -και σταδιακά, τόσο χαλαρό και χωρίς ιδιαίτερο πολιτισμικό βάρος- όσο είναι σήμερα ένα σουηδικού τύπου μίνιμαλ καφέ στο οποίο συναντιούνται οι ήρωες μιας ταινίας. 

Οπως ήταν αναμενόμενο, η κουλτούρα του βίντεο επηρέασε παράλληλα και το γούστο των θεατών και άρα και κάποιες ταινίες προσαρμόστηκαν σε αυτό. Ηταν λες και το εμπορικό σινεμά αποκτούσε ξαφνικά ένα νέο άτυπο λεξιλόγιο: «Οι ταινίες ξεκινούσαν με μια δυνατή σκηνή, είχαν πολύ “πιστολίδι”, λίγο γυμνό», σχολιάζει και ο Γιάννης Βασιλείου. Μαζί επηρεάστηκε και ο τρόπος που ο θεατής πλέον αντιμετώπιζε τις ταινίες: «Οταν μαθαίνει ο θεατής πως αυτός είναι ο τρόπος που βλέπει μια ταινία, αρχίζει να αντιμετωπίζει και την αίθουσα σαν το σπίτι του», και άρα μπορεί να κάνει φασαρία, να σηκώνεται, να μην αντιμετωπίζει το σινεμά με τον ίδιο σεβασμό που θα έδειχνε λόγου χάρη σε μια θεατρική παράσταση. Τακτικές που αμφότερες καλά κρατούν μέχρι και σήμερα. 

Νοσταλγία για την «ευχαρίστηση της επιλογής» στην εποχή του streaming 

Οι βασικοί κανόνες με τους οποίους το VHS επηρέασε την κινηματογραφική θέαση δεν έχουν μεταβληθεί ιδιαίτερα τα τελευταία πενήντα χρόνια, ακόμα και αν το φορμά έχει αλλάξει πολλές φορές. Η βιντεοκασέτα έδωσε τη σκυτάλη στο DVD τη δεκαετία του 2000 και αυτό με τη σειρά του στο Blu-Ray και αισίως στο streaming, που κονιορτοποίησε πλήρως τη φυσική διάσταση του προϊόντος αλλά και την προσπάθεια απόκτησής του: για να δεις ταινίες κυριολεκτικά δεν χρειάζεται να σηκωθείς από τον καναπέ. Δεν υπάρχει τρανότερη απόδειξη για τη νοητή αυτή συνέχεια από το γεγονός πως το Netflix, πριν γίνει ο βασιλιάς του streaming, ήταν ένα βιντεοκλάμπ που έστελνε στους ενδιαφερόμενους ταινίες ταχυδρομικά. 

Υπάρχουν όμως και ουσιαστικές απώλειες που έρχονται με την ευκολία και την πληθώρα του περιεχομένου. Χάθηκε πρώτα και κύρια η ζύμωση που συνεπάγονταν οι διάδρομοι ενός βιντεοκλάμπ και η φιγούρα του ιδιοκτήτη/υπαλλήλου ως πηγή γνώσεων και προτάσεων. Ακόμα και αν οι άνθρωποι πίσω από τον πάγκο των βιντεοκλάμπ ήταν συχνά «καλοί και ευγενικοί απατεώνες», όπως θα πει αστειευόμενος ο Γιάννης Βασιλείου. «Πολλές φορές δεν είχαν δει τις ταινίες, απλώς γνώριζαν τα γούστα των θεατών. Ακουγαν λοιπόν τι έλεγε κάποιος που επέστρεφε μια ταινία και την πρότειναν στον επόμενο», είπε χαρακτηριστικά. Ολη αυτή η συζήτηση έχει μεταφερθεί πλέον διαδικτυακά, σε σχετικές σελίδες στο Facebook ή στη σινεφίλ εφαρμογή Letterboxd, όπου βέβαια αργά ή γρήγορα παίρνει τη μορφή των memes και όχι της ουσιαστικής κουβέντας. 

Για έναν νέο σινεφίλ, είναι λες και το σινεμά ξεκινάει το 2000. Οτιδήποτε πριν από αυτό είναι είτε “παλιό” είτε “κλασικό”.

Συγχρόνως, χάθηκε και «η ευχαρίστηση της επιλογής, το να σκανάρει κάποιος στα ράφια εξώφυλλα, να διαλέξει κάτι τυχαία και να ανακαλύψει ένα διαμαντάκι». Θα αντιτείνει κανείς ότι το ίδιο μπορεί να συμβεί και στις πλατφόρμες, όμως αυτές προτείνουν αλγοριθμικά βάσει των προηγούμενων αναζητήσεών μας. «Μπορεί να μπεις στην πλατφόρμα ενός στούντιο ψάχνοντας μια δική της ταινία και να διαπιστώσεις πως δεν υπάρχει διαθέσιμη. Τελικά, έχουμε πρόσβαση σε μικρότερο κατάλογο ταινιών σε σχέση με το παρελθόν» παρατηρεί ο κριτικός κινηματογράφου. Οσοι ψάχνουν να δουν κάτι πέρα από τα «προφανή» μπορούν να υπολογίσουν πόσες πλατφόρμες έχουν και πόσες φορές η ταινία που ήθελαν δεν υπήρχε σε καμία από αυτές.   

Ως ένα είδος αντίστασης σε όλη αυτή την έκβαση, η πλατφόρμα του Cinobo γιορτάζει τα 50χρονα του VHS με τη συλλογή «VHS Nostalgia» που προστέθηκε πρόσφατα στον κατάλογό της. Πρόκειται για μια συλλογή ταινιών (και όχι τηλεταινιών) που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μην τις ενώνουν πολλά, πέρα από το γεγονός πως διαδόθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ (και) στο βίντεο. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να συνυπάρχει «υπό την ίδια σκέπη» το σινεμά του Πολ Βερχόφεν («Total Recall», «Showgirls») με ευρωπαϊκά διαμάντια όπως «Ο εραστής της κομμώτριας» και απόλυτα εμπορικές κωμωδίες όπως το «Τρελό γουικέντ στου Μπέρνι»;

Η λογική πίσω από τη συλλογή που η ομάδα του Cinobo ετοιμάζει εδώ και μήνες, με head of curation τον Τάσο Μελεμενίδη, ήταν, όπως εξηγεί και ο επιμελητής Γιάννης Βασιλείου, να γίνουν διαθέσιμες στην πλατφόρμα κάποιες ταινίες που έως τώρα δεν έβρισκε απαραίτητα εύκολα κάποιος: «Για έναν νέο σινεφίλ, είναι λες και το σινεμά ξεκινάει το 2000. Οτιδήποτε πριν από αυτό είναι είτε “παλιό” είτε “κλασικό”». Μαζί λοιπόν με τη διεύρυνση των επιλογών των ανήσυχων θεατών, το «VHS Nostalgia» επιδιώκει να επαναφέρει και κάτι από την τελετουργία της εμπειρίας της βιντεοκασέτας – για αυτό και η συλλογή θα ανανεώνεται με δύο ταινίες κάθε εβδομάδα έως το τέλος Μαΐου, όπως δηλαδή κάποτε νοικιάζαμε «δύο ταινίες για το Σαββατοκύριακο». 

Μπορεί λοιπόν, το VHS να αποτελεί πλέον μια αναφορά, μια επιδραστική στιγμή στην πορεία του κινηματογράφου και όχι ένα ζωντανό προιόν, ωστόσο ο Γιάννης Βασιλείου δεν θεωρεί απίθανο σε λίγα χρόνια από τώρα οι απόγονοι της βιντεοκασέτας, το DVD και το Blu-Ray, να επιστρέψουν ως μια ρετρό εμπειρία για τις γενιές που δεν τα έχουν ζήσει σε πρώτο χρόνο. Ο,τι δηλαδή συνέβη και με το βινύλιο στη μουσική την προηγούμενη δεκαετία. Πρόσφατο ρεπορτάζ των Los Angeles Times για τους εκπροσώπους της γενιάς Ζ που επιστρέφουν στο φυσικό φορμά αναφέρει πως για πρώτη φορά η μείωση στην πώληση DVD είδε την ψαλίδα της να μικραίνει: 9% το 2025 έναντι 20% το 2023 και 2024. Κάτι που συνάδει με τη λογική του «κινηματογραφικού event» που συνοδεύει τη βιομηχανία με πολλούς τρόπους, προσδοκώντας την εμπειρία. 

Αραγε, τι θα λέγαμε για όλα αυτά αν πριν από πενήντα χρόνια οι μπαμπάδες μας δεν είχαν κάνει το πρώτο τους rewind σε κασέτα; 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT