Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν γράφει ότι «το έργο είναι η νεκρική προσωπίδα της σύλληψης» («Νο 13», μτφρ.: Κ. Κουτσουρέλης, Κίχλη, 2020).
Ο Κώστας Μαυρουδής ανθίσταται σε αυτό το ολοκληρωμένο έργο. Παραθέτοντας, μεθοδικά, μια σκοπίμως πλαδαρή αλληλουχία θραυσμάτων από τις σημειώσεις του Χ., όπου, για παράδειγμα, το πράσινο του Παναθηναϊκού αντιπαραβάλλεται στο κόκκινο κραγιόν της μητέρας του, το οποίο, με τη σειρά του, εκβάλλει σε ένα λιβάδι με παπαρούνες, αναβάλλει το «επιτύμβιο», ακριβώς επειδή προτίθεται να υποδείξει τον «χρόνο της μαθητείας» και την ταυτότητα του εισηγητή.
Eνα επεισόδιο με τον Ηλία Πετρόπουλο, την εποχή που έγραφε το «Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη» στο Παρίσι, όπου ο Χ. τον είχε συναντήσει να πνέει μένεα τη μέρα που του είχαν κλέψει το πορτοφόλι στο μετρό, συναρμόζεται με τη διαπίστωση ότι οι ιδέες που μας γοητεύουν είναι «ξένες», δηλαδή κλεμμένες. Το βιβλίο αντιστέκεται στην «εφαρμογή» για να ακυρώσει την «ασέλγεια».

Το εναρκτήριο περιστατικό από την παιδική ηλικία του Χ., όπου το οικόσιτο καναρίνι δραπετεύει, αλλά τελικά, προς έκπληξη μητέρας και γιου, επιστρέφει στο κλουβί του διαβάζεται ως παραβολή: έπεα πτερόεντα, που επιλέγουν την «εθελούσια αιχμαλωσία» τους.
Η αναφορά, στο αμέσως επόμενο επεισόδιο, σε συνωμοσιολόγους που «υπονομεύ[ουν] τη σχέση γεγονότος και αιτίας», φορτίζει την ατμόσφαιρα. Σαν να μην αρκούσαν αυτά, αμέσως μετά, μια φευγαλέα αναφορά στον Σωκράτη καθοδηγεί τη διαίσθηση: βρισκόμαστε δύο επίπεδα μακριά από την πλατωνική «Ιδέα». Ο Χ. βιώνει μια εντυπωσιακή ποικιλία καταστάσεων· ο Μαυρουδής τις αποδελτιώνει, εισάγοντας τη γλωσσική παράμετρο. Ο Χ. σαρκώνεται καθώς ο συγγραφέας διαπλάθει την ποιητική του μετέωρου συγγραφικού ήθους του: «το να απορρίπτει ή να αλλάζει διαρκώς τα κείμενά του έγινε πιο θελκτικό απ’ το να τα δημοσιεύει!».
Ο αναγνώστης θα ερεθιστεί περισσότερο από το ποιόν του ανθρώπου, παρά από τις σκέψεις του. Το κείμενο απεκδύεται τον ειρμό μιας συνεκτικής αφήγησης για να μας περάσει στα ενδότερα του εμπειρικού μικροβιώματος. Ο Μαυρουδής δεν λέει μια ιστορία· συμπλέκει πλειάδα ανεκδότων εξαιρετικής ενάργειας, τα οποία κέντρισαν την προσοχή του προσώπου. Το πρόσωπο, όμως, παραμένει αίνιγμα –αντίφαση– κυρίως για το υποκείμενο που το φέρει.
«Ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη υπάρχει η συναίνεση για αλληλοεξαπάτηση».
Αlter ego
Ποιος είναι, όμως, ο άγνωστος Χ.; Παρά τις δηλώσεις του Μαυρουδή περί του αντιθέτου είναι δύσκολο να μη διαβάσει κανείς σε αυτόν το alter ego του. Ο Χ. είναι μια κατασκευή για τον ίδιο: «”Κι εσείς δεν διαισθάνεστε κάποτε την απόλυτη ταύτιση; Για λίγο είχα έναν σωσία. Αν δεν μιλούμε χάριν ενός σωσία, για ποιον λόγο να μιλούμε;”».
Το πρόσωπο, θέλει να πει ο Μαυρουδής, δεν δύναται να καταλογογραφηθεί. Η όποια επίγνωση της προσωπικότητας αναδύεται σταδιακά, μέσα από την επισώρευση των λεπτομερειών: «τα μικρά πράγματα μετράνε! Αγνοήστε τα, και πίκρα πνίγει τη φαντασία».
Ο τίτλος αντιφάσκει, ο Χ. δεν έγραψε· νοηματοδότησε την αυτάρκειά του. Αν, σε σημεία, οι σκέψεις του κρίνονται δύστοκες, ή καταλήγουν σε διαπιστώσεις ήσσονος σημασίας, είναι γιατί κραυγάζουν εσωστρέφεια. Ο Μαυρουδής, με τον σωσία Χ., επινοεί ένα κάτοπτρο για να καταπιαστεί με το αδημοσίευτο υλικό του. Το βιβλίο πραγματεύεται, πλαγίως, με αξιώσεις, μια έκφανση ιδιωτικής γλώσσας: «Οι εκκλησίες απαρτίστηκαν πάντοτε από φράξιες του ενός». Το αγλάισμα της μοναδικότητας είναι ο μοχλός σιωπής και απουσίας του Χ. από τα λογοτεχνικά δρώμενα. «Αν το ενδιαφέρον μας για τα γράμματα γίνει κεντρική ασχολία, κινδυνεύουμε από τη γραφικότητα (σε ό,τι αφορά εμάς τους ίδιους) και τις θανατηφόρες δόσεις κακεντρέχειας (στις σχέσεις μας με τους ομοτέχνους)».
Η υπεροψία που αχνοφαίνεται, δεν είναι αδικαιολόγητη. Ο Μαυρουδής προτάσσει έναν αντιπαραγωγικό εστετισμό, άμεσα συνυφασμένο με αυτό τον «μελαγχολικό αρνησίκοσμο» που εξυφαίνεται στη στάση του Χ. Αντιπαραγωγικό, γιατί η θαλερή δημιουργικότητα ενέχει πάντα και γερές δόσεις αφέλειας ή εδεμικής άγνοιας. Η εποπτεία της γραμματείας προσφέρει μέθεξη στη μυσταγωγία της τέχνης, αλλά ενσταλάζει και το άχθος της σύγκρισης: τη μειονεξία του πεπερασμένου της μονάδας απέναντι στο απόσταγμα χιλιετιών καλλιτεχνικού δαιμονίου.
«Θα μπορούσε κανείς να εξωραΐζει τη μοναξιά ή τη μισανθρωπία του με τη σκέψη πως εκτίει την ποινή μιας αμετάκλητης εξορίας. Θα ήταν ένας αποσυνάγωγος με τη φινέτσα –ωστόσο– που συνόδεψε το πεπρωμένο πολλών εξορίστων».

