Τα «δύσκολα» θέματα της Ιστορίας αποτελούν πρόκληση για τον Ανδρέα Μπουρούτη, ο οποίος με το νέο του βιβλίο «Η αραβοϊσραηλινή σύγκρουση (Ιστορία, διπλωματία και πολιτική. Η εποχή των πολέμων 1917-1973)» των εκδόσεων Αλεξάνδρεια εμπλουτίζει την ελληνική βιβλιογραφία πάνω στη θεματολογία της Μέσης Ανατολής. Είναι ο πρώτος τόμος ενός δίτομου έργου που θα ολοκληρωθεί εντός του έτους.
«Η αραβική πλευρά ήταν τις πρώτες δεκαετίες αυτή που αρνείτο να αποδεχθεί οποιαδήποτε λύση στην “αιώνια διένεξη”».
Ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, ο Ανδρέας Μπουρούτης διδάσκει στο ΑΠΘ καθώς και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Μελετώντας αρχεία και πλήθος πηγών, ο Μπουρούτης ανοίγει μια σύνθετη βεντάλια προβληματισμού για το Μεσανατολικό με εμβάθυνση και στις δύο πλευρές. Ακολουθεί την ερευνητική μέθοδο ανέλκυσης άγνωστων στοιχείων, όπως έκανε και στα προηγούμενα βιβλία του με θέμα τον εβραϊσμό της Θεσσαλονίκης. Στην «Αραβοϊσραηλινή σύγκρουση» περιλαμβάνει και στοιχεία για την ελληνική διπλωματία έναντι του Μεσανατολικού και ανοίγει έναν σημαντικό δίαυλο για την κατανόηση των θέσεων των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων μέσα από το ευρύτερο κάδρο της Μέσης Ανατολής και της διεθνούς γεωπολιτικής σκηνής.
– Αυτήν την περίοδο δουλεύετε πάνω στον δεύτερο τόμο της έρευνάς σας; Τι σας ωθεί να προχωρήσετε αυτήν την επίπονη και σύνθετη ανάλυση;
– Το 2017 δημιούργησα και δίδασκα μέχρι πρόσφατα το μάθημα «Σύγχρονη Διπλωματία και Πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο» στο ΑΠΘ. Eνα χρόνο αργότερα βρέθηκα στην Ιερουσαλήμ ως μεταδιδακτορικός υπότροφος στο Ινστιτούτο Yad Vashem. Στο διάστημα που έζησα εκεί, συναναστρεφόμενος με Ισραηλινούς και Aραβες, διαπίστωσα την ανάγκη κατανόησης του ιστορικού βάθους αυτού που ονομάζουμε «αραβοϊσραηλινή διαμάχη». Η διδασκαλία μου στο Michigan State University ως επισκέπτης καθηγητής από το 2022 μου έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσω το εντυπωσιακό εύρος της ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας για τη Μέση Ανατολή στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, που μετρά χιλιάδες τίτλους. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με τα ελάχιστα συνθετικά έργα για τη Μέση Ανατολή στην ελληνική βιβλιογραφία.
– Αποφασίσατε τότε να εμπλουτίσετε την ισχνή, πάνω σε αυτό το θέμα, ελληνική βιβλιογραφία;
– Αποφάσισα τη συγγραφή ενός βιβλίου που θα μελετά το ζήτημα από τη γέννησή του μέχρι και σήμερα και τα όσα συμβαίνουν με τη σύγκρουση στη Γάζα και τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Πιστεύω ότι για να αντιληφθεί κάποιος τη διαμορφωμένη κατάσταση θα πρέπει να έχει πλήρη εικόνα της διένεξης σε βάθος χρόνου. Η επιστροφή στην κλασική προσέγγιση της Ιστορίας και της διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας με επιστημονικά εργαλεία και αξιοποίηση αρχείων και μαρτυριών αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες κατανόησης και όχι επιφανειακής ερμηνείας των όσων συμβαίνουν.
– Πώς οργανώσατε την έρευνά σας με προοπτική να είναι ένα δίτομο έργο;
– Ο πρώτος τόμος επιχειρεί μέσα από μια εύληπτη εξιστόρηση να προσεγγίσει τη διένεξη από την έναρξή της στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Συνδυάζω πρωτογενή έρευνα στα διπλωματικά αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών και ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Είναι ενδιαφέρον να διαπιστώσει κάποιος την άποψη ενός τρίτου, όπως ήταν η ελληνική διπλωματία, για την αραβοϊσραηλινή διένεξη σε βάθος χρόνου. Είναι σχεδόν άγνωστο ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που καταψήφισε το σχέδιο επίλυσης του ΟΗΕ το 1947 για τη δημιουργία ενός εβραϊκού και ενός αραβικού κράτους, συντασσόμενη με την αραβική πλευρά. Από την αρχειακή έρευνα διαπιστώνεται ένας, μπορώ να αναφέρω, δομικός αντισημιτισμός που είχε αρνητικές επιπτώσεις στις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας για δεκαετίες.

– Και ο δεύτερος τόμος θα φτάσει ώς τις μέρες μας;
– Ο δεύτερος τόμος, που βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης και θα κυκλοφορήσει εντός του 2026, παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις διπλωματικές προσπάθειες ειρήνευσης (Καμπ Ντέιβιντ, Συμφωνίες του Oσλο, Συμφωνίες του Αβραάμ) και την περίοδο συγκρούσεων (παλαιστινιακές εξεγέρσεις – Ιντιφάντα, επεμβάσεις του Ισραήλ στη Γάζα και στον νότιο Λίβανο). Παράλληλα στέκεται στη δημιουργία του θεοκρατικού καθεστώτος στο Ιράν και των proxy συμμάχων του, μη κρατικών δηλαδή οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Στο νέο βιβλίο στηρίζομαι κυρίως σε ξενόγλωσση βιβλιογραφία και σε διπλωματικά έγγραφα των ΗΠΑ που βρίσκονται στο πανεπιστήμιο του Michigan State.
– Ποιες αλλαγές εντοπίζετε μέσα στις κοινωνίες στη διάρκεια της έρευνάς σας;
– Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι αλλαγές εντός των κοινωνιών σε βάθος χρόνου και ειδικότερα σε αυτήν του Ισραήλ. Με άνω του 20% αραβικό πληθυσμό με πλήρη δικαιώματα Ισραηλινού πολίτη και σχεδόν 15% υπερορθόδοξων Εβραίων, χαρεντίμ, που δεν συμμετέχουν στα κοινά της χώρας (στράτευση, εργασία, αναγνώριση του κράτους), το Ισραήλ βρίσκεται μπροστά σε προκλήσεις για το μέλλον του. Εδώ αναγνωρίζω κάτι που σημειώνω και στο βιβλίο που κυκλοφορεί, ότι ενώ η αραβική πλευρά ήταν τις πρώτες δεκαετίες αυτή που αρνείτο να αποδεχθεί οποιαδήποτε λύση στην «αιώνια διένεξη», τώρα είναι το Ισραήλ που έχει στραφεί σε σαφώς πιο συντηρητικές θέσεις, ενώ το φιλειρηνικό κίνημα έχει υποχωρήσει αισθητά. Η παρουσία ακροδεξιών στην ισραηλινή πολιτική σκηνή, όπως οι Σμότριχ και Γκβιρ, επιβεβαιώνει τα λεγόμενά μου. Επιχειρώ μια πλήρη ανάλυση δίχως να στέκομαι υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, πρόθεσή μου είναι να καλέσω τον μέσο αναγνώστη να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αφού διαβάσει το έργο μου.
– Τα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα, όπως είδαμε και στο προηγούμενο βιβλίο σας για το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης, επιχειρούν να ανελκύσουν και άγνωστες πτυχές της Ιστορίας. Υπάρχει έλλειμμα σε όσα προσλαμβάνουμε ως Γενική Ιστορία;
– Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν κυκλοφορήσει ιδιαίτερα αξιόλογα έργα που φωτίζουν αρκετές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας και εμπλουτίζουν την επιστημονική μας βάση. Ως ιστορικός – πολιτικός επιστήμονας στηρίζομαι σε μεγάλο βαθμό σε πρωτογενείς πηγές και αρχειακό υλικό για να δώσω στέρεο έδαφος στις θέσεις μου. Η Δημόσια ή Γενική Ιστορία αντιμετωπίζει σοβαρά τα περισσότερα ζητήματα αλλά αρκετές φορές διαπιστώνονται διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στην Ελλάδα έχει προσφέρει ιδιαίτερο πεδίο στη σύγχρονη έρευνα. Τόσο η εργασία μου για την παρουσία των Ιταλών στην πόλη κατά τη διάρκεια των εκτοπισμών, όσο και για το θέμα των εβραϊκών περιουσιών, ανατρέπει ώς ένα βαθμό θέσεις και παραδοχές που υπάρχουν στη Δημόσια Ιστορία.
– Ποια άλλη πτυχή της Ιστορίας σάς κεντρίζει το ενδιαφέρον ώστε να προχωρήσετε μια νέα έρευνα;
– Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι εξελίξεις στην Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα, όπως και η θέση της Ελλάδας εντός του διεθνούς πεδίου. Τόσο η περίοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και αυτή και μετά τον Δεύτερο αποτελούν σπουδαία κοινωνικά εργαστήρια μελέτης των αλλαγών που συντελούνται, των οικονομικών εξελίξεων και των πολιτικών μεταβολών σε βάθος χρόνου. Ειδικά το φαινόμενο της πείνας και των μετακινήσεων πληθυσμών, προσφυγικών και μη, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο μεγάλος λιμός στη Σοβιετική Eνωση μετά την κυριαρχία των μπολσεβίκων το 1921 παραμένει ακόμη άγνωστο γεγονός παρά το ότι στοίχισε τη ζωή σε σχεδόν πέντε εκατομμύρια ανθρώπους.
– Πώς στέκει η ελληνική ιστοριογραφία στη διεθνή βιβλιογραφία;
– Η Ελλάδα γενικότερα βρίσκεται στην περιφέρεια των διεθνών εξελίξεων και η ελληνική ιστοριογραφία σε μεγάλο βαθμό κινείται σε αντίστοιχο επίπεδο. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σημαντικά έργα που έχουν συμβάλει στην ένταξη της ιστοριογραφίας μας σε διεθνές επίπεδο. Αν και υπάρχει αρκετή εσωστρέφεια και παλαιότερα άρνηση ορισμένων ιστορικών να γράψουν σε άλλη γλώσσα από την ελληνική, οι πολιτικές θέσεις τους έπαιξαν μεγάλο ρόλο. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μια άνθηση ειδικά σε επιστημονικά άρθρα από νέους επιστήμονες σε ξένες γλώσσες, κυρίως στα αγγλικά. Προσπαθώ να πράττω το ίδιο. Είναι σημαντική η ένταξη της ελληνικής ιστορίας και πολιτικής στη διεθνή βιβλιογραφία με συνθετικά έργα.


