Κάτω από το σχολείο της Γκράβας και πάνω από την Πατησίων, ανάμεσα στη Γαλατσίου και σε δρόμους όπως η Γρηγοροβίου και η Κόντου, είναι ένα κομμάτι της παλιάς, αστικής Αθήνας, χωνεμένης μέσα στις κοιλότητες του 20ού αιώνα. Με διάθεση ανατόμου μπορεί κανείς να εξερευνήσει αυτούς τους δρόμους απλώς και μόνο για να δει ένα κεφάλαιο της ιστορίας της κατοίκησης σε αυτήν την πόλη. Το ενδιαφέρον ζωηρεύει αν αναλογιστεί κανείς πως αυτά τα οικοδομικά τετράγωνα, θεωρητικά πάνω από τον Αγιο Λουκά της Πατησίων και κάτω από την Κυπριάδου, συγκεντρώνουν μια εξόχως συνεκτική αφήγηση της μικροαστικής ζωής, όρος διατυπωμένος με διάθεση ρεαλιστικής κοινωνιολογίας, συμβατής με την αλήθεια της πόλης.

Eίχα περάσει και άλλες φορές από τα δρομάκια αυτά πάνω από την Πατησίων, αλλά καθώς περπατούσα ζωντάνευαν μνήμες, ανάκατες, θολές, συνειρμικά βαλμένες σε μια σήραγγα του νου, από παιδικές βόλτες προς τη Σχολή Χατζηδάκη και τα πέριξ. Ηταν τότε η περιοχή γεμάτη μονοκατοικίες με κήπους και μικρές πολυκατοικίες με πρασιές, όλες με μια διάθεση ευφρόσυνης ευταξίας. Στα δρομάκια, όμως, προς τον πυκνότερο ιστό των Πατησίων, σε δρόμους όπως η Κιθαιρώνος, η Πίνδου και η Νάξου, σε εκείνο το τμήμα που τέμνεται από τη Σπυρίδωνος Λάμπρου, τη (Φερδινάνδου) Γρηγοροβίου και την Κωνσταντίνου Κόντου, ένα κομμάτι δηλαδή της Αθήνας με ονόματα λογιοσύνης, που δεν υπάρχει σε κανέναν οδηγό της πρωτεύουσας, νιώθει κανείς σήμερα τον αέρα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Αν έκλεινα τα μάτια και έφερνα πίσω την εντύπωση που είχα αποκομίσει από αυτήν τη βόλτα, θα έλεγα πως αισθητικά θα σφραγιζόταν από το ύφος της εποχής 1930-1970, αλλά να που αν συλλογιστώ πιο σχολαστικά θα έβαζα και όλα όσα δίνουν μια γήινη βάση στην παρατήρηση του βλέμματος. Στην Κιθαιρώνος 105, π.χ., υπάρχει μια ιδιαιτέρως συμπαθητική μικρή πολυκατοικία, χτισμένη πιθανώς λίγο πριν από τον πόλεμο, βουτηγμένη θα έλεγες σε ένα χρώμα γλυκού κάστανου, τόσο θερμό είναι το αρτιφισιέλ της. Και πιο κάτω, Κιθαιρώνος και Γρηγοροβίου, έχει αγκυροβολήσει ο νέος κολοσσός της γειτονιάς, η νεόδμητη πολυκατοικία της νέας αισθητικής, που, ίσως, ένας περιπατητής του 2060 να μονολογήσει όταν τη δει, ελαφρώς γηρασμένη πλέον: «Να μια πολυκατοικία σαν αυτές που έχτιζαν στη δεκαετία του 2020».
Αλλά ήταν η εξαίρεση η νεόδμητη αυτή πολυκατοικία. Δεν μοιάζει η γειτονιά να έχει κανένα σχέδιο ή οδηγό για το μέλλον. Eβλεπα την αστική κληρονομιά της, εκείνα τα δίπατα κατά κανόνα, απλά, μοντερνιστικά σπίτια, της περιόδου 1935-1955, που πλέον μοιάζουν στα μάτια μας συμπαθητικά, γνήσια, ανεπιτήδευτα, βγαλμένα από τη ζωή της Αθήνας. Κάποια από αυτά θα επιβιώσουν ενδεχομένως και θα θυμίζουν το μέτρο του απλού, αστικού ρυθμού της συνοικίας των μέσων εισοδημάτων. Ξαναπέρασα από το ισόγειο σπιτάκι της οδού Πίνδου 76, σωστό ερείπιο πολλά χρόνια τώρα. Η αποκαθήλωσή του είναι ένα έργο εν προόδω. Εχει μια θερμή χρωματική παλέτα, θυμίζει τις παλιές, στριφτές καραμέλες σε χρώμα ροζ και τσαγαλί, και στο πλάι, στη σειρά τα δωμάτια, στον κήπο, στην αυλή, στο χώμα, με τα άγρια χόρτα, τις πέτρες, τα πουλιά της Αθήνας.

Πιο κάτω, αξίζει να σταθεί κανείς στη γωνία της οδού Σπυρίδωνος Λάμπρου και Νάξου. Θα έχει γλυκαθεί προηγουμένως από τη θέα του θερινού κινηματογράφου «Λιλά», θα έχει γεμίσει με αδιόρατες μυρωδιές της γειτονιάς, που τώρα το καλοκαίρι μπλέκονται με όσα φέρνει η φαντασία, από τη βαριά μυρωδιά της συκιάς ώς το φίνο άρωμα που σκορπίζει το χιώτικο γιασεμί. Στέκει στη γωνία που προαναφέραμε, αυτό το μεγάλο σπίτι του Μεσοπολέμου, με εκείνη την ξεχασμένη πλέον χρωματική ένδυση, λευκό ζαχαρί στους τοίχους και βυσσινί στις πόρτες και στα παντζούρια. Καγκελόπορτα στο πλάι, «προσοχή σκύλος» (άραγε υπάρχει σε αυτήν την εγκατάλειψη;) και βροχή από πορτοκαλί χωνάκια, με κίτρινες λάμψεις στον μυχό τους, που αφήνει η περικοκλάδα πάνω στον τούβλινο φράχτη, σαν τη Ραπουνζέλ στο παραμύθι. Πιο δίπλα, κολλητά, Σπ. Λάμπρου 19, ένα άλλο δίπατο σπίτι με κατάφυτο αγριόκηπο και πράσινα παντζούρια… διαθλάσεις της φαντασίας.

