Κρίστοφερ Κινγκ: Ενας Λάζαρος στα Γρεβενά

Μεγάλωσε στον αμερικανικό Νότο. Ζει στην Ηπειρο. Η πρώτη του νουβέλα μιλάει για το δράμα και το θαύμα

7' 24" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η αγάπη του για τη μουσική της Ηπείρου και των Βαλκανίων τον έχει φέρει στην Κόνιτσα, όπου ζει μόνιμα εδώ και πέντε χρόνια. Τα καταφέρνει μάλιστα αρκετά καλά ο Κρίστοφερ Κινγκ στον νέο του τόπο: εκεί παρουσίαζε μέχρι πέρυσι, μαζί με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το φεστιβάλ «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά», το οποίο οδήγησε πρόσφατα και στη δημιουργία του ομώνυμου ντοκιμαντέρ της Cosmote TV.

Μετά το επιτυχημένο βιβλίο του «Ηπειρώτικο μοιρολόι», ο Αμερικανός εθνομουσικολόγος ολοκλήρωσε πρόσφατα και το πρώτο του έργο μυθοπλασίας, τη νουβέλα «Αμα είναι να καεί» (εκδ. Δώμα). Η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως το 1931, σε ένα χωριό έξω από τα Γρεβενά: τη Μεγάλη Παρασκευή, ο πατήρ Κωνσταντής παροτρύνει με ζήλο τους χωριανούς να προχωρήσουν στο καθιερωμένο κάψιμο του ομοιώματος του Ιούδα, όμως μέσα στην αναμπουμπούλα ο Λάζαρος, ο μικρότερος γιος μιας χαροκαμένης οικογένειας, μένει παράλυτος. Ο ιερέας πιστεύει ότι, μετά τον τραυματισμό του, ο Λάζαρος είναι ικανός να πραγματοποιεί θαύματα. Του αναθέτει λοιπόν να δημιουργήσει ένα καινούργιο, «θεϊκό» ομοίωμα του Ιούδα. Οι συγκρούσεις που θα προκύψουν είναι ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη και στην εμπειρική παρατήρηση, στην εξουσία του ισχυρού και στην ελευθερία του ευάλωτου, στα ανεξήγητα φαινόμενα και στην προσπάθεια περιγραφής τους. Και όλα αυτά σε ένα βιβλίο που θα το συνοψίζαμε ως southern gothic, στον ελληνικό Βορρά του Μεσοπολέμου.

Συναντήσαμε τον Κρίστοφερ Κινγκ σε ένα καφέ στο κέντρο της Αθήνας, την οποία επισκέφθηκε για να παρουσιάσει το βιβλίο του. Και μας μίλησε για όσα τον ενέπνευσαν να το γράψει, αλλά και για όσα άλλα τον συγκινούν και τον προβληματίζουν.

– Φέρει ευθύνη ο πατήρ Κωνσταντής για ό,τι συμβαίνει στον Λάζαρο;

– Αυτό ακριβώς είναι η εσωτερική του σύγκρουση. Από τη σκοπιά του αφηγητή, ναι, φέρει άμεση ευθύνη. Ο ίδιος, όμως, επειδή είναι ιερέας, πιστεύει ότι η ευθύνη και η ενοχή που του αναλογούν είναι όσο το δυνατόν μικρότερες. Δεν θέλει να είναι αυτός που προκάλεσε την αναπηρία του Λάζαρου. Ετσι, βρίσκεται σε μια διαρκή μάχη με τον εαυτό του, προσπαθώντας να καταλάβει μέχρι πού φταίει. Από την άλλη, μπορούμε άραγε να πούμε ποιος ευθύνεται πραγματικά; Ισως να συνέβαινε το ίδιο ούτως ή άλλως.

– Γιατί κρύβει τα «θαύματα» που κάνει ο Λάζαρος; Γιατί δεν τα αποκαλύπτει στο ποίμνιο;

– Είναι όπως όλοι οι άνθρωποι: θέλει πρώτα να βεβαιωθεί ότι πρόκειται πράγματι για θαύμα. Θέλει να το δοκιμάσει, να το ελέγξει. Ολη η ιστορία εξελίσσεται σαν ένα επιστημονικό πείραμα: παρατηρείς ένα φαινόμενο και προσπαθείς να καταλάβεις γιατί συμβαίνει. Γι’ αυτό το υποβάλλεις σε δοκιμασίες. Και αυτή είναι η επιστημονική, εμπειρική μας προσέγγιση απέναντι στον κόσμο. Ο πατήρ Κωνσταντής επιχειρεί να την ενσωματώσει στη θρησκεία, στο σύστημα των πεποιθήσεών του. Μπορεί να λειτουργήσει κάτι τέτοιο; Υπάρχουν πράγματα τα οποία γνωρίζουμε, επιστημονικά, γιατί συμβαίνουν. Και υπάρχουν άλλα για τα οποία δεν έχουμε ιδέα. Σημαίνει αυτό ότι υφίστανται μόνο δύο τρόποι γνώσης; Μπορεί να υπάρχει και ένας τρίτος;

– Εσείς πώς αντιλαμβάνεστε τον κόσμο; Μέσα από τη γνώση, την εμπειρία, την πνευματικότητα; Τίποτε από αυτά;

– Νομίζω πως η δική μου αντίδραση στον κόσμο είναι ιδιαίτερα ενστικτώδης και βαθιά συναισθηματική. Βέβαια, στη συνέχεια πρέπει να τη μεταφράσω σε λέξεις, σε μουσική, σε όποιο άλλο μέσο έκφρασης. Εκεί μπαίνουν η λογική και η σκέψη. Ομως, για μένα, όλα ξεκινούν από μια αντίδραση της καρδιάς. Κάποια πράγματα, απλώς και μόνο αντικρίζοντάς τα, μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια.

– Για παράδειγμα;

– Το μοβ χρώμα. Το ιώδες μπλε για την ακρίβεια. Ηταν το αγαπημένο χρώμα της μητέρας μου. Την έχασα πριν από σχεδόν δύο χρόνια. Δεν περνά ούτε μία μέρα που να μην τη σκεφτώ. Και καμιά φορά, όταν αντικρίζω αυτή τη συγκεκριμένη απόχρωση, ξεσπάω σε κλάματα.

– Γιατί αποφασίσατε να γράψετε μυθοπλασία; Τι σας προσφέρει η λογοτεχνική γραφή που δεν προσφέρουν οι άλλες ενασχολήσεις σας;

– Στην ουσία, όλα είναι αφήγηση. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για μυθοπλασία ή μη, αν γράφεις για τη μουσική ή αν αφηγείσαι μια ιστορία που είδες στον ύπνο σου. Ολα είναι ιστορίες. Απλώς άλλαξα τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω. Ισως, όπως και ο Λάζαρος, η σύνδεσή μου με τον κόσμο να έχει διαρραγεί σε κάποιο βαθμό και τώρα προσπαθώ να ξαναβρώ το πώς να συνδεθώ μαζί του.

Στην ουσία, όλα είναι αφήγηση. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για μυθοπλασία ή μη, αν γράφεις για τη μουσική ή αν αφηγείσαι μια ιστορία που είδες στον ύπνο σου. Ολα είναι ιστορίες. Απλώς άλλαξα τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω.

– Αν κατάλαβα σωστά, η Φλάνερι Ο’ Κόνορ είναι μία από τις επιρροές σας;

– Οι δύο συγγραφείς από τους οποίους «κλέβω» περισσότερο –γιατί αυτό είναι τελικά η συγγραφή, απλώς δανειζόμαστε από τα βιβλία των άλλων– είναι η Φλάνερι Ο’ Κόνορ και ο Κόρμακ Μακάρθι. Οι προσεγγίσεις τους στο θεϊκό στοιχείο και στον κόσμο δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν περισσότερο. Κι όμως, ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνουν την ανθρώπινη αδυναμία και ευαλωτότητα είναι, παραδόξως, πολύ κοντινός. Η Φλάνερι Ο’ Κόνορ, επιπλέον, οικοδομεί μια ολόκληρη μυθολογία του αμερικανικού Νότου μέσα από το βλέμμα μιας καθολικής. Και είναι πραγματικά παράξενο, γιατί οι καθολικοί αποτελούν μειονότητα στον αμερικανικό Νότο, βρίσκονται, ας πούμε, στο περιθώριο. Κάπως έτσι είμαι κι εγώ: ένας Αμερικανός που ζει στην ελληνική επαρχία. Βρίσκομαι επίσης «απέξω» και φέρνω μαζί μου τη δική μου οπτική, διαμορφωμένη από ένα προτεσταντικό, ευαγγελικό υπόβαθρο και από την ανατροφή μου ως αναγεννημένου χριστιανού, μέσα από την οποία βλέπω τον κόσμο γύρω μου.

– Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στον χριστιανισμό της Ελλάδας και σε εκείνον του τόπου στον οποίο μεγαλώσατε;

– Είναι κάτι που προσπαθούσα διαρκώς να κατανοήσω γράφοντας τη συγκεκριμένη νουβέλα. Για να το θέσω όσο πιο απλά γίνεται, στην Ελλάδα η αντίληψη είναι ότι, αν πιστεύεις, οφείλεις να είσαι καλός χριστιανός. Στον αμερικανικό Νότο, όμως, η προσδοκία είναι διαφορετική: οφείλεις να μοιάζεις στον Χριστό. Πρόκειται για μια βαθιά μεταμορφωτική διαδικασία, που σχεδόν δεν σε αφήνει να σκεφτείς τίποτε άλλο. Οταν κάποιος βαπτίζεται ως αναγεννημένος χριστιανός, δεν αρκεί να γίνει απλώς καλύτερος άνθρωπος. Πρέπει να έχει τον Χριστό στην καρδιά του. Να συμπεριφέρεται όπως ο Χριστός. Ή να ρωτά, όπως και στο βιβλίο, «τι θα ’κανε εδώ ο Χριστός;».

Είμαι ένας Αμερικανός που ζει στην ελληνική επαρχία. Φέρνω μαζί μου τη δική μου οπτική, διαμορφωμένη από ένα προτεσταντικό, ευαγγελικό υπόβαθρο και από την ανατροφή μου ως αναγεννημένου χριστιανού.

– Ζείτε πλέον στην Ελλάδα σχεδόν πέντε χρόνια. Εχετε αλλάξει;

– Εχω αποκτήσει πολλές, πάρα πολλές ελληνικές συνήθειες. Το πρωί πρέπει οπωσδήποτε να πιω τον καφέ μου στο αγαπημένο μου καφενείο στην Κόνιτσα, μαζί με τους τρεις ή τέσσερις ανθρώπους που συχνάζουν εκεί. Η Βάνια, που με εξυπηρετεί, ξέρει ακριβώς τι θέλω, δεν χρειάζεται να παραγγείλω. Εχω, λοιπόν, τη μικρή μου ρουτίνα, πίνω τον καφέ μου στο ίδιο μέρος, κάνω τη δουλειά μου και, φυσικά, πρέπει να ακολουθήσει η μεσημεριανή σιέστα (γέλια). Πιστεύω ότι η σιέστα είναι θεόσταλτο δικαίωμα. Θα έπρεπε να κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να καταλάβω –και μάλλον δεν θα καταλάβω ποτέ– είναι ο πολιτικός κατακερματισμός που υπάρχει εδώ. Είναι σαν το ποδόσφαιρο: όλοι πρέπει να υποστηρίζουν μια ομάδα και να της είναι φανατικά αφοσιωμένοι, χωρίς να βλέπουν καν τις άλλες. Ετσι νομίζω ότι λειτουργεί η πολιτική εδώ. Υπάρχει ένας βαθμός τύφλωσης, δεν θέλεις να ακούσεις την άλλη πλευρά, ούτε να εμβαθύνεις στις αποχρώσεις της επιχειρηματολογίας της.

Κρίστοφερ Κινγκ: Ενας Λάζαρος στα Γρεβενά-1

– Και οι Ελληνες πάντως έχουμε την εντύπωση ότι η αμερικανική κοινωνία είναι βαθιά πολωμένη.

– Η Αμερική έχει αλλάξει από τότε που έφυγα. Αν έπρεπε να την περιγράψω με μία φράση, θα έλεγα ότι είναι μια χώρα γεμάτη ένταση. Υπάρχει μια διάχυτη νευρικότητα, ένα διαρκές άγχος. Ξέρετε, εδώ, στην Ελλάδα, δεν νιώθω να απειλούμαι σωματικά. Δεν φοβάμαι ότι κάποιος θα μου επιτεθεί. Στην Αμερική δεν ισχύει το ίδιο. Μπορεί να συμβεί οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή. Υπάρχει πολύς θυμός που σιγοβράζει ακριβώς κάτω από την επιφάνεια.

– Υπάρχει κάτι που μάθατε για τη μουσική αφού ήρθατε να ζήσετε εδώ; 

– Νομίζω ότι αυτό που έμαθα εδώ –ή, μάλλον, αυτό που επιβεβαίωσα– είναι η κοινωνική λειτουργία της μουσικής. Στην Αμερική υποψιαζόμουν ότι υπήρχε, αλλά όταν μεγάλωσα είχε πλέον χαθεί. Ανακάλυψα λοιπόν τη δύναμη της μουσικής να ενεργοποιεί κάτι σχεδόν γονιδιακό στους ανθρώπους: τη δυνατότητα να σχετίζονται μεταξύ τους με αγάπη, να αφήνουν για λίγο πίσω τις πίκρες και τα προβλήματά τους, έστω για δύο ώρες, επειδή συμμετέχουν σε κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους. Για να δώσω ένα παράδειγμα από το «Αμα είναι να καεί», καθώς ο Λάζαρος κατασκευάζει το καινούργιο ομοίωμα του Ιούδα, ο πατήρ Κωνσταντής βλέπει μόνο αποσπασματικά ό,τι συμβαίνει. Διακρίνει να σχηματίζεται ένα κεφάλι, ένα χέρι, ένα άλλο μέλος του σώματος. Βλέπει τα επιμέρους, αλλά ποτέ το σύνολο. Στη θεωρία των συστημάτων υπάρχει αυτό που ονομάζεται αναδυόμενη ιδιότητα: το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. Κάπως έτσι λειτουργεί και η μουσική. Μπορείς να προσθέσεις ένα κλαρίνο, ένα λαούτο, ένα βιολί, ένα ντέφι και μια φωνή. Οταν όμως όλοι αυτοί οι μουσικοί παίζουν μαζί, στο σωστό πλαίσιο, με τη σωστή ατμόσφαιρα, το αποτέλεσμα είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα μερικών οργάνων και ενός τραγουδιστή.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT