Το 2013 ο Αυστραλός συγγραφέας Ρίτσαρντ Φλάναγκαν εξέδωσε το μυθιστόρημα «Το μονοπάτι για τα βάθη του Βορρά». Πρόκειται για αριστούργημα. Δικαίως απέσπασε το 2014 το βραβείο Μπούκερ. Ενα χρόνο μετά κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός (μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας).
Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε πρόσφατα το «Ερώτημα 7» (μτφρ.: Μιχάλης Μακρόπουλος), που συνδέεται με το «Μονοπάτι»: και στα δύο βιβλία, κεντρικό θέμα είναι η τραυματική εμπειρία του πατέρα του συγγραφέα, όταν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κλείστηκε σε στρατόπεδο των Ιαπώνων όπου οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες.
Στο «Μονοπάτι», ο Φλάναγκαν εμπνέεται από το συμβάν και φτιάχνει έναν αλησμόνητο κεντρικό χαρακτήρα, ο οποίος όμως μικρή σχέση έχει, κατά τα άλλα, με τον πατέρα του.
Στο «Ερώτημα 7» (τίτλος που παραπέμπει σε διήγημα του Τσέχοφ) ο Φλάναγκαν επισκέπτεται τον τόπο όπου βρισκόταν το στρατόπεδο, συναντά έναν από τους σαδιστές φρουρούς του πατέρα του, ενώ επιδίδεται σε μια σειρά από συλλογισμούς, από τις θηριωδίες των Ιαπώνων και τις ατομικές βόμβες των Αμερικανών έως τη γενοκτονία των Αβορίγινων και την κλιματική κρίση. Πρόκειται για μια άκρως ερεθιστική, πολυπρισματική αφήγηση.
Συνομίλησα με τον συγγραφέα μέσω Zoom. Με παρακάλεσε να μεταφέρω την ευγνωμοσύνη του στους Ελληνες εκδότες του, οι οποίοι, όπως μου είπε, τιμούν το έργο του, πράγμα που δεν θεωρεί δεδομένο. «Βρίσκομαι τόσο μακριά από την Ευρώπη. Δεν είχα έως τώρα την ευκαιρία να ευχαριστήσω αυτούς τους ανθρώπους».
– Στην Ευρώπη ξέρουμε λίγα πράγματα για τους Αυστραλούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
– Είναι πιο περίπλοκο. Σε ένα ευρωπαϊκό ή αμερικανικό μυθιστόρημα ξέρω πολλά για τον κόσμο που μεταφέρουν. Δεν ισχύει το ίδιο με τα δικά μου μυθιστορήματα. Στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν έχουν ιδέα από πού προέρχομαι. Είναι ένα μικρό, περιθωριακό νησί η Τασμανία, 400 χλμ. μακριά από την Αυστραλία. Είμαστε το ίδιο κράτος, αλλά ως προς την Ιστορία και τη γεωλογία διαφέρουμε πολύ. Ουσιαστικά, φίλοι συγγραφείς από την Αυστραλία απέχουν από εμένα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ένας Αγγλος μυθιστοριογράφος. Και επειδή είμαστε μόλις 500.000 άνθρωποι, για τους περισσότερους είμαστε ασήμαντοι. Η Τασμανία είναι η πιο φτωχή και απομονωμένη περιοχή της Αυστραλίας.
– Πώς ξεκίνησε το «Ερώτημα 7»;
– Γράφτηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας και προέκυψε ως ένα ερώτημα που, εξαιτίας της πανδημίας, απασχόλησε εκατομμύρια ανθρώπους: τι σημαίνει «ζω καλά»; Πολλοί εγκατέλειψαν καριέρες διότι συνειδητοποίησαν ότι δεν ζουν καλά. Στη δική μου περίπτωση, όλο αυτό συνέπεσε με μια εσφαλμένη ιατρική διάγνωση, ότι βρισκόμουν στην αρχή άνοιας. Εγραψα αυτό το βιβλίο για να εκφράσω ευγνωμοσύνη για τη ζωή που έζησα και την καλοσύνη που εισέπραξα. Με απασχολούσε πολύ η ιστορία αυτού του τόπου, πόσο υπέφεραν κάποτε οι άνθρωποι εδώ, που ήταν στο περιθώριο. Σκέφτηκα τους γονείς μου που έζησαν άγριες καταστάσεις, αλλά κατάφεραν να μην εγκλωβιστούν μέσα σε αυτά τα στενάχωρα πλαίσια. Με συνεπήρε η συνειδητοποίηση ότι ζούμε στο φθινόπωρο των πραγμάτων. Αυτό έχει να κάνει είτε με την αδικία του κόσμου είτε με την ιδέα ότι ο κόσμος τελειώνει. Συνειδητοποίησα ότι μεγάλωσα σε αυτό το παράξενο μέρος, μια μικρή κωμόπολη ορυχείων στη μέση ενός τεράστιου τροπικού δάσους. Μεγάλωσα με ζώα, φυτά και ψάρια που σε δέκα χρόνια δεν θα υπάρχουν. Hθελα να τα κρατήσω κοντά μου λίγο ακόμα και να τα περιγράψω όσο καλύτερα μπορούσα. Μαζί με τον φυσικό κόσμο που χάνεται, είδα να χάνονται και οι έννοιες της κοινότητας και της καλοσύνης. Hθελα να τιμήσω όλα αυτά. Και να τα κάνω να αντέξουν λίγο ακόμα μέσα από τις λέξεις. Hθελα να είναι ένα βιβλίο ελπίδας, διότι ακόμα κι έτσι ο κόσμος είναι ένα πανέμορφο μέρος. Και ακόμα και στις πιο απρόσμενες στιγμές, οι άνθρωποι βγάζουν τον καλύτερο εαυτό τους.
– Ωστόσο, το «Ερώτημα» μοιάζει και με ένα ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας στον εαυτό του.
– Πράγματι. Eχω κάνει δημοσιογραφία και ιστοριογραφία, αλλά αυτό είναι το βιβλίο ενός μυθιστοριογράφου. Oταν γράφεις ως δημοσιογράφος ή ως ιστορικός, κάνεις αυτοψία, συγκεντρώνεις υλικό και μετά τα καταγράφεις όλα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια. Αλλά το γράψιμο ενός μυθιστορήματος είναι ένα ταξίδι στην ψυχή σου. Και εκεί κάνεις ερωτήσεις. Και αυτό που ανακαλύπτεις είναι πως δεν είσαι μονάχα ένα πράγμα. Δεν είσαι ένα πρόσωπο αλλά όλοι οι ζωντανοί και οι νεκροί μαζί και έτσι ξεφεύγεις από τα όρια της Ιστορίας και της δικής σου ιστορίας. Στη Βρετανία το «Ερώτημα 7» κέρδισε το κορυφαίο βραβείο για non-fiction, στη Γαλλία όμως έφτασε στις βραχείες λίστες όλων των βραβείων μυθοπλασίας. Οπότε μπορεί να είναι οτιδήποτε θέλει ο καθένας· δεν με πειράζει καθόλου.
Μεγάλωσα σε μια μικρή κωμόπολη ορυχείων στη μέση ενός τεράστιου τροπικού δάσους. Με ζώα, φυτά και ψάρια που σε δέκα χρόνια δεν θα υπάρχουν. Μαζί με τον φυσικό κόσμο που χάνεται, είδα να χάνονται και οι έννοιες της κοινότητας και της καλοσύνης.
– Το βιβλίο είναι δομημένο με βάση τη διεργασία της αλυσιδωτής πυρηνικής αντίδρασης, όπως σε μια ατομική βόμβα, σωστά;
– Ναι. Hθελα να εντάξω σε αυτό ένα σωρό διαφορετικά στοιχεία αλλά να μην καταρρεύσει από το βάρος του. Αυτό που έχω μάθει από μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο γράψιμο είναι ότι όσο λιγότερα λες στον αναγνώστη και όσο περισσότερο τον εμπιστεύεσαι, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχει το βιβλίο να επιτύχει. Σε αυτό το βιβλίο ήλπιζα ο αναγνώστης να βρει τις κρυφές συνδέσεις ανάμεσα στα διαφορετικά στοιχεία που το συνδέουν.
– Πόσο κράτησε το γράψιμο;
– Εντεκα μήνες. Το έστειλα στην εκδότριά μου, με την οποία συνεργάζομαι καμιά τριανταριά χρόνια – είναι και η επιμελήτριά μου. Με παίρνει από το Σίδνεϊ και η πρώτη μου ερώτηση είναι αν φαίνεται στο βιβλίο ότι έχω αρχίσει να τα χάνω. Και αυτή δεν μπορεί να σταματήσει να γελάει. Ανάσανα· δεν ήταν το παραλήρημα ενός τρελού. Τρεις εβδομάδες αργότερα, έκανα νέα μαγνητική και αποδείχθηκε ότι είχε γίνει λάθος διάγνωση. Είμαι μια χαρά! Κατά βάθος, είναι μια κωμική ιστορία.
Oταν γράφεις ως δημοσιογράφος ή ως ιστορικός, κάνεις αυτοψία, συγκεντρώνεις υλικό και μετά το καταγράφεις. Το γράψιμο ενός μυθιστορήματος είναι ένα ταξίδι στην ψυχή σου. Και εκεί κάνεις ερωτήσεις. Και ανακαλύπτεις πως δεν είσαι μονάχα ένα πράγμα.
– Το «Ερώτημα» τιμήθηκε με το βραβείο της βρετανικής εταιρείας Baillie Gifford & Co, αλλά αρνηθήκατε να δεχθείτε το χρηματικό ποσό που το συνοδεύει (50.000 λίρες Αγγλίας).
– Δεν είχα επιλογή. Το βιβλίο αφορά εν μέρει το νησί μου και αυτό το μοναδικό φυσικό τοπίο του, τα αρχαία τροπικά δάση που έχουν αρχίσει να πεθαίνουν εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Η εταιρεία που είναι χορηγός του βραβείου –χρηματοπιστωτική εταιρεία είναι και δεν νομίζω ότι είναι κακοί άνθρωποι, απλώς διαχειρίζονται χρήματα– επένδυσε σε εταιρείες ορυκτών καυσίμων οι οποίες έχουν προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις στη Βρετανία. Δεν είναι τέρατα όπως η Exxon ή η BP ή και σαν την Αυστραλία, η οποία είναι μέγας εξαγωγέας ορυκτών καυσίμων. Λοιπόν, δεν πίστεψα ποτέ ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είναι διεφθαρμένη. Eχουν χρηματοδοτήσει πολλές λογοτεχνικές δράσεις, αλλά έχοντας διαπιστώσει την οικολογική καταστροφή στον τόπο μου, απέρριψα τα χρήματα. Και όπως είπα στη σχετική ανακοίνωσή μου, δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι είμαι αθώος. Πετάω με αεροπλάνα, χρησιμοποιώ πλαστικά κτλ. Είμαστε συνένοχοι σε όλο αυτό. Ούτε είπα ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι σατανικοί. Απλώς ένιωσα ότι αν έπαιρνα τα χρήματα θα ήμουν υποκριτής. Δεν λέω ότι και οι άλλοι πρέπει να κάνουν το ίδιο, ήταν απλώς κάτι ανάμεσα σε μένα και στην ψυχή μου.

– Συναντήσατε έναν από τους βασανιστές του πατέρα σας στην Ιαπωνία. Πώς νιώσατε;
– Oπως γράφω στο βιβλίο, δεν θα ήμουν εδώ τώρα να σας μιλάω, δεν θα είχα γράψει αυτό το βιβλίο ή οποιοδήποτε άλλο, αν δεν είχε γίνει το τρομερό έγκλημα της ρίψης της ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία. Πάντοτε είχα συνείδηση αυτού του παράδοξου της ύπαρξής μου. Oταν συνάντησα τον παλιό δεσμοφύλακα του πατέρα μου, τη «Σαύρα», όπως τον φώναζαν στο στρατόπεδο, που ήταν εγκληματίας πολέμου και γλίτωσε την αγχόνη παρότι καταδικάστηκε σε θάνατο, είδα έναν ευγενικό γεράκο που ήθελε να δείξει γενναιοδωρία απέναντί μου. Ο,τι κι αν είναι το κακό, δεν ήταν στο δωμάτιο μαζί μου. Οπότε αυτό που αισθάνθηκα ήταν αυτή την απέραντη θλίψη διότι ήταν σαφές πως είχε κάνει φρικτά εγκλήματα. Αλλά από πού προήλθε όλο αυτό το κακό; Από το στρατοκρατικό καθεστώς της Ιαπωνίας. Μέσα σε τρεις δεκαετίες μετάλλαξε μια ολόκληρη κοινωνία σε μηχανή θανάτου. Δείτε πώς η δική μου κοινωνία συμπεριφέρεται στους πρόσφυγες σήμερα.
– Του ζητήσατε να σας χτυπήσει με τον τρόπο που το έκανε στον πατέρα σας.
– Ηθελα να ξέρω τι σήμαινε να περιμένεις να σε χαστουκίσουν, ξανά και ξανά. Hθελα να καταλάβει ότι ήξερα τι είχε κάνει. Hμουν θυμωμένος, αλλά ο θυμός δεν θα με πήγαινε πουθενά. Και δεν ήμουν εκεί για να τον κρίνω. Hμουν εκεί για να προσπαθήσω να δω ό,τι κι αν ήταν αυτό που θα ήθελε να μου δείξει. Oταν με χτύπησε, πήρε μια στάση συγκεκριμένη και, παρότι ήταν 90 χρόνων, του βγήκε η βία που είχε κάποτε εξασκήσει. Μετά συνέβη ο απόλυτος παραλογισμός: το δωμάτιο άρχισε να τρέμει. Νόμιζα ότι τρελαίνομαι. Αλλά ήταν απλώς ένας σεισμός. Δεν είχα ξανανιώσει σεισμό ποτέ στη ζωή μου. Βαθύτερη θλίψη με κατέκλυσε όταν μου έδωσε τα χρήματα διότι ήθελε κάτι από μένα που εγώ δεν μπορούσα να του δώσω: συγχώρεση. Αυτά τα πράγματα συνέβησαν και θα πρέπει να ζήσει με αυτά για όλη του τη ζωή. Μου φάνηκε τόσο λάθος να πάρω τα 20 δολάρια σε γιεν που μου πρόσφερε για να τα δώσω στον πατέρα μου.
– Οταν επιστρέψατε, τι συνέβη;
– Ο πατέρας μου, παρά αυτή την εμπειρία φρίκης στο στρατόπεδο, ένιωθε πλέον ότι ήταν ό,τι καλύτερο του συνέβη ποτέ. Διότι εκεί ανακάλυψε την αγάπη μεταξύ των αιχμαλώτων. Κράτησε μονάχα την καλοσύνη και τις χιουμοριστικές στιγμές τους. Είχε μεγάλη ανησυχία που είχα πάει στην Ιαπωνία. Oταν γύρισα, ησύχασε. Του είπα ότι είδα τη «Σαύρα». Από εκείνη τη μέρα και μετά, διέγραψε από τη μνήμη του κάθε ανάμνηση από το στρατόπεδο. Hταν λες και τον απελευθέρωσε η διήγησή μου.

